Ο Αντώνης Σαμαράς, όσο κι αν τον
κατηγορούν για πείσμα, ενσαρκώνει κάτι σπάνιο σήμερα στην ελληνική πολιτική
σκηνή, με τρόπο που δεν συναντάς εύκολα ούτε στη Δυτική Ευρώπη. την άρνηση να προσαρμόσει τη συνείδησή του
στις ανάγκες της συγκυρίας. Στην Ευρώπη βλέπεις πολιτικούς να αλλάζουν θέση με προσοχή, να μετρούν
κάθε δήλωση με το ζύγι της δημοσκοπήσεως.
Ο Σαμαράς επιλέγει, αντίθετα, να μπει
ξανά στη μάχη επειδή πιστεύει, ορθά
ή λάθος αλλά ειλικρινά, ότι κάποια ζητήματα δεν επιδέχονται σιωπή.
Στα Ελληνοτουρκικά, στο Μακεδονικό της δεκαετίας του ’90, στη σημερινή στάση
απέναντι στην Τουρκία, έχει σταθερά υπερασπισθεί μια εθνική
γραμμή που πολλοί θεωρούν αδιάλλακτη, αλλά που
ο ίδιος βλέπει ως ζήτημα αρχής, όχι τακτικής.
Η πολιτική του διαδρομή δεν είναι διαδρομή
καιροσκόπου.
Ως πρωθυπουργός, εφάρμοσε πολιτικές μνημονίου ενάντια στις προηγούμενες
θέσεις του, ναι, αλλά το έκανε γιατί έκρινε ότι η σταθερότητα της χώρας και η
παραμονή στην Ευρωζώνη υπερίσχυαν κάθε προσωπικής συνέπειας ρητορικής,
μια στάση ευθύνης, όχι υπαναχώρησης, κάτι που στη
βορειοευρωπαϊκή πολιτική κουλτούρα θα το αναγνώριζαν αμέσως ως ρεαλισμό, όχι ως
αντίφαση. Την ίδια στιγμή, ανέλαβε το ρίσκο να συγκρουσθεί μετωπικά με τη Χρυσή
Αυγή, ξεκινώντας έρευνα που οδήγησε σε διώξεις και τελικά στη δίκη του
νεοναζιστικού μορφώματος, μια απόφαση που απαιτούσε πολιτικό θάρρος, σε μια
στιγμή που πολλοί προτιμούσαν να κοιτούν αλλού.
Η επιμονή του να μιλά ανοιχτά, ακόμη κι όταν αυτό σήμαινε ρήξη με τη δική του
παράταξη, είναι η άρνηση να ενταχθεί σε μια πολιτική κουλτούρα
όπου η σιωπή θεωρείται πειθαρχία και η συμμόρφωση αρετή.
Στην Ευρώπη η εσωκομματική διαφωνία είναι θεσμικά αποδεκτή, σχεδόν
αναμενόμενη, ενώ εδώ αντιμετωπίζεται σαν προδοσία.
Το 2019, διαφώνησε ανοιχτά με τη γραμμή Μητσοτάκη στο Μεταναστευτικό και στις Πρέσπες, χωρίς αυτό να σημαίνει αυτόματα ρήξη.
Η ρήξη ήρθε αργότερα, όταν ένιωσε ότι η φωνή του δεν είχε πια χώρο
μέσα στο κόμμα που ο ίδιος υπηρέτησε για δεκαετίες.
Η διαγραφή του, δεύτερη φορά μετά το 1993, ίσως λέει περισσότερα για τη σημερινή
ΝΔ παρά για τον ίδιο τον Σαμαρά: μια
παράταξη που φαίνεται να μην αντέχει πια εσωτερική διαφωνία, όσο τεκμηριωμένη
κι αν είναι, μια αντανάκλαση ακριβώς αυτού που με ξένιζε όταν επέστρεψα
από την Αμβέρσα, της δυσκολίας του ελληνικού πολιτικού συστήματος να χωρέσει τη
διαφωνία χωρίς να τη μετατρέπει σε ρήξη.
Αν τελικά ιδρύσει νέο κόμμα, δεν θα
είναι η πράξη ενός ματαιόδοξου πολιτικού, όπως τον περιγράφουν οι επικριτές
του, αλλά η επιλογή κάποιου που προτιμά να χάσει παρά να σιωπήσει. Μια σπάνια,
έστω κι αν επίμαχη, μορφή πολιτικής ακεραιότητας σε μια εποχή που σπανίζει.

















Δεν υπάρχουν σχόλια