Θυμάστε που ο Μητσοτάκης απαγόρευε την περιφορά του Επιταφίου,
αλλά επέτρεπε την περιφορά της Πρωτοψάλτη σε καρότσα φορτηγού;
Του Παναγιώτη Λιάκου
Όποτε πλησιάζουν
οι αναστάσιμες ημέρες, ο νους ημών των αντιδραστικών ταξιδεύει στο πρόσφατο
παρελθόν. Τότε που ο Κυριάκος Μητσοτάκης απαγόρευε την περιφορά του Επιταφίου,
αλλά επέτρεπε την περιφορά της Πρωτοψάλτη σε καρότσα φορτηγού. Μέχρι Κούλεως
στην Ελλάδα λέγαμε «Χριστός Ανέστη» τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου προς
Κυριακή της Αναστάσεως. Έγινε πρωθυπουργός ο γιος του μπαμπά και φτάσαμε να
πούμε «Χριστός Ανέστη» στις 21.00 (προφανώς για να προλάβει ο κορoνοϊός το
τελευταίο λεωφορείο). Διότι, ως γνωστόν, ο Covid-19 είχε ωράριο. Και ιδιαίτερη
ευαισθησία: κολλούσε στην Ανάσταση και στις θείες λειτουργίες, αλλά όχι στις
πορείες των αναρχικών, των αριστερών, των «αλληλέγγυων».
Η περίοδος εκείνη
θα μείνει στην ιστορία ως η εποχή όπου η πίστη μπήκε σε καραντίνα και η λογική
σε αναστολή. Οι εκκλησίες έκλεισαν, οι καμπάνες σώπασαν, οι επιτάφιοι έμειναν
μέσα, μην τυχόν και ξεφύγει κανένα λιβάνι και μεταλλάξει τον ιό. Οι πιστοί
παρακολουθούσαν λειτουργίες από το YouTube, σαν να ήταν συναυλία σε ζωντανή
μετάδοση.
Κι αν ήθελες να
κοινωνήσεις; Υπομονή. Η Θεία Μετάληψη μπήκε κι αυτή σε… περιοριστικά μέτρα. Όχι
γιατί αποδείχθηκε επικίνδυνη, αλλά γιατί έτσι έκρινε το νέο δόγμα: «Πιστεύω εις
έναν ιόν παντοκράτορα». Η επιστήμη (ή μάλλον η επιλεκτική επίκλησή της) έγινε
το νέο δυσαγγέλιο (σε αντίθεση με το Ευαγγέλιο), με απεχθείς ψευδοπροφήτες τους
τηλεοπτικούς ιεροκήρυκες της πρωινής ζώνης.
Και ενώ ο πιστός
έπρεπε να στείλει sms για να πάει να ανάψει κερί (αν προλάβαινε πριν από τις
21.00), υπήρχαν άλλες τελετουργίες που απολάμβαναν… ιδιαίτερης μεταχείρισης. Οι
πορείες. Εκεί, ο ιός έδειχνε αξιοσημείωτη ανοχή. Ειδικά όταν το θέμα ήταν υπέρ
του Δημήτρη Κουφοντίνα, του ΚΚΕ, της ακρότατης Αριστεράς. Τότε, ο συνωστισμός
αποκτούσε σχεδόν… επαναστατική ανοσία.
Στους δρόμους
μπορούσες να δεις πλήθη να φωνάζουν συνθήματα, ώμο με ώμο, χωρίς ιδιαίτερη
ενόχληση. Στις εκκλησίες, όμως, ο πιστός των 70 ετών θεωρούνταν υγειονομική
βόμβα αν τολμούσε να σταθεί δύο λεπτά παραπάνω μπροστά σε μια εικόνα. Προφανώς,
ο ιός είχε ιδεολογική πυξίδα. Απέφευγε τις πορείες και καραδοκούσε στις
λειτουργίες.
Στη γραμμή του
κληρονομικού δικαιώματι ηγεμόνος, οι υπουργοί του. Οι ίδιοι που υπέγραφαν
υπουργικές αποφάσεις για το κλείσιμο των ναών και δίωκαν ποινικά τους ιερείς
που έκαναν το καθήκον τους, εμφανίζονταν λίγο αργότερα να σταυροκοπιούνται με
ευλάβεια, να φιλούν εικόνες και να κάνουν βαθιές γονυκλισίες μπροστά στις κάμερες.
Σαν να έπαιζαν σε διπλό ταμπλό. Από τη μία ο «προστάτης της δημόσιας υγείας»
και από την άλλη ο «ευσεβής ορθόδοξος».
Η πολιτική,
βέβαια, πάντα αγαπούσε τα σύμβολα. Αλλά εδώ το πράγμα ξέφυγε. Διότι ήταν η
απόλυτη αντίφαση σε πλήρη ανάπτυξη. Από τη μία, «μην πάτε στην εκκλησία, είναι
επικίνδυνο». Από την άλλη, «να μια ωραία φωτογραφία με κερί στο χέρι». Από τη
μία «ο επιτάφιος δεν θα βγει». Από την άλλη «να μια εικόνα με προσκύνημα για το
TikTok».
Και κάπου εκεί ο
πολίτης έμεινε να αναρωτιέται τι ήταν πιο επικίνδυνο; Η πίστη ή η υποκρισία; Η
απάντηση, φυσικά, δεν βρίσκεται σε καμία υπουργική απόφαση. Διότι οι αποφάσεις
εκείνης της περιόδου δεν ήταν υγειονομικές αλλά βαθιά πολιτικές. Και όπως
συμβαίνει συχνά στην Ελλάδα, εφαρμόστηκαν με εκείνη τη γνωστή… ελαστικότητα.
Άλλοι περιορίζονταν αυστηρά, άλλοι απολάμβαναν μια ιδιότυπη ασυλία.
Τελικά, το πιο
ειρωνικό απ’ όλα είναι ότι σε μια χώρα που τόσο συχνά επικαλείται την παράδοση,
χρειάστηκε μια πανδημία για να αποκαλυφθεί πόσο εύκολα αυτή γίνεται…
διακοσμητικό στοιχείο. Όπως ένα κερί που ανάβει για τις κάμερες και σβήνει
μόλις κλείσουν.


















Δεν υπάρχουν σχόλια