Η ΕΟΡΤΗ του Ευαγγελισμού στην κοινή-απλή λαική αίσθηση φαίνεται ως μια
καθαρά Θεομητορική εορτή.
Όσες εκκλησίες είναι αφιερωμένες στην εορτή αυτή, προβάλλουν σε προσκύνηση
μια εικόνα Θεομητορική, την Παναγία μας και τον κομιστή της θείας βουλής, τον
ευαγγελιστή αρχάγγελο Γαβριήλ (τ.ε. “αναζωγραφίζουν” το 1ο κεφάλιο του
ευαγγελιστή Λουκά).
Έχουμε κατενώπιόν μας εορτολογικά δύο μοναδικές και συνάμα
αντιπροσωπευτικές κομβικές υπάρξεις του κτιστού κόσμου, η πιο σπουδαία και
περιώνυμη των ανθρώπων και από τους πιο σπουδαίους και περιωνύμους των αγγέλων,
η Παρθένος Μαριάμ και ο Άγγελος Γαβριήλ.
Με τον καίριο ιδιαίτερο ρόλο τους εθελούσιας υπακοής σ᾽ αυτό το θαύμα
εκπλήρωσης της προαιώνιας θείας βουλής για την σωτηρία των ανθρώπων και την
ανακεφαλαίωση των πάντων εν Χριστώ. Ο Θεός ενανθρωπίζει, ο Λόγος σαρκώνεται, ο
Υιός του Θεού Υιός ανθρώπου γίνεται, ο Αχώρητος χωρείται εν μήτρα γυναικός. Η
θεολογική μας υμνωδία έχει αμέτρητες καταγραφές ενός θαύματος που αποκαλύπτεται
μεν, αλλά… Πως να περιγραφεί; Πως να εννοηθεί; Πως θα περικλεισθεί σε λέξεις
και εννοήματα της ανθρώπινης αντιληπτότητας; Παραμένει εις τον αιώνα γεγονός
και συνάμα μυστήριο.
***
Σ᾽ ΑΥΤΟ το γεγονός ένας Άγγελος διαλέγεται με μία μοναδική Παρθένο
ευαγγελιζόμενος σ᾽ αυτήν παρά Θεού την Θεοτοκία της εκ Πνεύματος Αγίου, ώστε να
κυοφορήσει και να γεννήσει την ενυπόστατη Δύναμη του Θεού, υπέρ σωτηρίας της
πανανθρωπότητος και της κτίσεως όλης. Και μία Παρθένος που προφητευόταν δι᾽
αιώνων, αλλά η Πρόνοια του Θεού απέκρυπτε το μυστήριο της ύπαρξης και της μοναδικής
συμβολής της στην Χριστολογική ανακαίνιση του κόσμου, αυτή η αφανής Αγία
Παρθένος εμφανίζεται στο προσκήνιο της θεοσωτηρίας του κόσμου, αγγέλων και
ανθρώπων.
Αγγέλων, διότι και αυτοί ―χάρη στην Άκρα Ταπείνωση του Υιού της Παρθένου―
είδαν τον Αόρατο και μαθήτευσαν-τελειώθηκαν στην τέλεια ταπείνωση της ακινησίας
προς το ανυπαρκτικό κακό. Ανθρώπων, διότι κυρίως εμείς οι άνθρωποι ―χάρη στον
σαρκωθέντα Θεό, τον Υιό της Παρθένου― γίναμε αναληπτοί από την Θεανθρωπότητά
Του, γίναμε μέτοχοι της Χριστοσωτηρίας, εισήλθαμε στην εσχατολογία της
Θεομεθεξίας, εκκλησιασμένοι προς αυτήν διά του Σωτήρος Χριστού. Εκείνος έγινε
κεφαλή μας, εμείς σώμά Του, και οι Άγγελοι ενθεαστικοί υμνολόγοι αυτού του
γεγονότος-μυστηρίου που αναπέμπει στην προεγνωσμένη Logo-nost, στην Λογο-ανάληψη
της κτίσεως διά του σαρκωμένου ενυποστάτου Λόγου ως Ενανθρωπισμένου Σωτήρος.
Ωσάν ο Θεός να “υπέστειλε” την τελειότητά Του, όταν έφτιαξε τα σύμπαντα και
ειδικά εμάς, και άφησε την τελειότερη τελειότητά Του για την εσχατολογία, για
το Ω του Α, για την Χριστολογημένη ανακεφαλαίωση του κόσμου. Αυτό το λέμε
ανθρώπινα, αφού στον Θεό δεν υπάρχει χρόνος, αλλά ακόμη και η εγχρονισμένη
παρουσία της ενανθρωπήσεώς Του είναι αποκαλυμμένη η εκστατική προς εμάς
απερινόητη αγάπη Του, η ανάληψή μας στον σαρκωμένο εαυτό Του.
***
ΠΩΣ ΝΑ ΜΗΝ εορτάσουμε κατ᾽ έτος αυτό το γεγονός-μυστήριο;
Η επωνυμία της εορτής ωσάν να γέρνει προς την Παναγία μας, οπότε μιλούμε
για “Ευαγγελισμό της Θεοτόκου”.
Και πολύ σωστά. Διότι το γεγονός-μυστήριο της θείας σαρκώσεως “εν σιγή Θεού
επράχθη”. Ο Υιός του Θεού προσέλαβε με ένα αποκλειστικά θεόγνωστο τρόπο την
τέλεια ψυχοσωματική ανθρώπινη φύση μας στη γαστέρα της Παναγίας Μητρός Του με
μια απερινόητη δράση του Αγίου Πνεύματος. Ούτε το Πνεύμα ωράθη, ούτε ο Κύριος
σαρκούμενος εν γαστρί φαινόταν, ούτε η Παναγία μας καθ᾽ εαυτήν μπορούσε να
εννοήσει το γεγονός-μυστήριο. Υπήκουσε, αποδέχθηκε, συνείργησε με την πανάγια
εθελογνωμία της υπακοής Της, αλλά το μυστήριο παρέμενε και παραμένει μυστήριο
και δι᾽ Αυτήν.
Έγνω και ζούσε αειπαρθενικά-μητρικά την κυοφορία και τον τοκετό του Υιού
και Θεού Της, αλλά ―όπως το λέει ο θεολόγος υμνωδός― δεν έπαυσε να διερωτάται:
«Πως ενεσπάρης μοι ή πως μοι ενεφύης ο Λυτρωτής μου και Θεός;»
***
ΠΟΛΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ η Μαριάμ βίωνε και απορούσε για την αειπαρθενική Της
μητρότητα, την μητρότητα του Κυρίου όλης της αποκαλυπτικής διαδρομής.
Μόνον παράλληλα θαυμάσια της θείας φιλανθρωπίας μπορούσαν να στηρίξουν την
διαπορουμένη αυτοσυνειδησία της Παναγίας μας. Ο Θεός που ανέστειλε την
πασίγνωστη στειρότητα της γηλαρέας Ελισάβετ, Αυτός που πληροφόρησε τον γέροντα
Προδρομικό πατέρα-ιερέα Ζαχαρία, Αυτός ο Θεός εν Πνεύματι, ο Κύριος διά της
ενεργείας του Αγίου Πνεύματος εμπνέει την Ελισάβετ, ώστε να “προφητεύσει” παρά
Θεού εξ ανθρώπων, όπως προηγουμένως είχε προφητεύσει παρά Θεού εξ αγγέλων ο
Γαβριήλ προς την Παρθένο.
Η γηραλέα έγκυος Ελισάβετ απορεί με την “συγκαταβατική” έλευση της Κυρίας
Θεοτόκου προς αυτήν. Η γηραλέα συγγενής “πληρούται Πνεύματος Αγίου”, γεμίζει
από την προφητεύουσα δράση του Θεού σ᾽ αυτήν ―χάριν της Παρθένου― και Την
προσφωνεί με την πιο πληθωρική θεολογική πληρότητα, με τους πιο καίριους
θεολογικούς χαρακτηρισμούς: «ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός
της κοιλίας σου·… [συ είσαι] η Μήτηρ του Κυρίου μου»!
Περί το μυστήριο λοιπόν αυτό της μοναδικής αληθινής Θεοτοκίας θεολόγησε
προεξαγγελτικά ο άγγελος Γαβριήλ στην Παναγία μας και εκ των υστέρων θεολόγησε
ο ίδιος πάλι Άγγελος στον κατάπληκτο περί το γεγονός Ιωσήφ, θεολόγησε η
Ελισάβετ εξυμνώντας την Μητέρα του Θεού, θεολόγησε ο κυοφορούμενος Ιωάννης
σκιρτήσας, θεολόγησε τελικά η ίδια η Παναγία μας σ᾽ εκείνη την επίσκεψή της με
τον γνωστό (και επαναλαμβανόμενο καθημερινά στην λατρεία μας) δοξολογικό Της
ευχαριστιακό ύμνο: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμά μου
επί τω Θεώ τω σωτήρί μου… Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί…».
***
ΔΕΝ ΕΞΗΓΗΣΕ ουδείς (ούτε η ίδια η Παρθένος), αλλά όλοι θεολόγησαν περί του
μυστηρίου, επικαλούμενοι το Άγιο Πνεύμα, ενεργούμενοι από το Θεό, εστιάζοντας
στην Κεχαριτωμένη και (τελικά δι᾽ αυτής) στον εξ αυτής άνευ σποράς σαρκούμενο
Κύριο της δόξης.
Γι᾽ αυτό και ο θαυμάσιος θεόπνευστος υμνογράφος της εορτής αρκείται να
εξυμνήσει με περισσή εκφραστικότητα, ως δεδομένο πλέον, αυτό που ήταν
προφητευμένο με θαύματα-σημεία είτε με σύμβολα-σημεία (π.χ. η πυρφόρος βάτος
ήταν θαύμα-σημείο, ενώ η τιμωρημένη χειραψία της κιβωτού ήταν εξ αντιθέτου
σύμβολο-σημείο, για το μυστήριο-γεγονός και την ευλαβική προσέγγιση του
μυστηρίου-γεγονότος που επρόκειτο να αποκαλυφθεί και τελικά αποκαλύφθηκε διά
της Παρθένου Μαριάμ). Και επιπλέον τονίζει εκστατικός το υπέρλογο του
μυστηρίου-γεγονότος, με αναλογικές αναφορές στη γαλακτοφορία ενός φυσικού
τοκετού, πάλι για να τονίσει το “ανεξήγητο”:
«Ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην, αινείτε ουρανοί Θεού την δόξαν. Ως εμψύχω
Θεού κιβωτώ ψαυέτω μηδαμώς χείρ αμυήτων· χείλη δε πιστών τη Θεοτόκω ασιγήτως
φωνήν του Αγγέλου αναμέλποντα, εν αγαλλιάσει βοάτω· χαίρε Κεχαριτωμένη, ο
Κύριος μετά σου»
»Υπέρ έννοιαν συλλαβούσα Θεόν, της φύσεως θεσμούς έλαθες Κόρη, Συ γαρ εν τω
τίκτειν τα μητέρων διέδρας, ρευστή φύσις περ καθεστηκυία· όθεν επαξίως ακούεις·
χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου.
»Πως πηγάζεις γάλα, Παρθένε αγνή, ου φέρει εξειπείν γλώσσα βροτεία. Ξένον
γαρ φύσεως επιδείκνυσαι πράγμα, νομίμου γονής όρους υπερβαίνον, όθεν επαξίως
ακούεις· χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου.
»Μυστικώς ταίς ιεροτεύκτοις Γραφαίς λαλείται περί σου, Μήτερ Υψίστου·
κλίμακα γαρ πάλαι Ιακώβ σε προτυπούσαν ιδών, έφη, βάσις Θεού αύτη, όθεν επαξίως
ακούεις· χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου.
»Θαυμαστόν τω ιεροφάντη Μωσεί η βάτος και το πυρ έδειξε τέρας· ζητών δε το
πέρας εις διάβασιν χρόνου, εν Κόρη αγνή, έφη, κατοπτεύσω, η ως Θεοτόκω λεχθείη·
χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου».
(μεγαλυνάριο, ειρμός και τροπάρια θ΄ ωδής του Ευαγγελισμού)
***
ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ εξήγηση, είναι προφητεία, είναι θεολογία. Και μάλιστα, ο
υμνογράφος ωσάν να ξεκινά από μιάν απόσταση ευλαβικής ασφαλείας κι έπειτα
ξανοίγεται σε ένα διαλάλημα εκστατικής έκπληξης. Και όμως· ενώ τρέχει να
“προφθάσει” το μυστήριο-γεγονός, το θεάται με ολοένα περισσότερο δέος,
εκπληττόμενος και απομακρυνόμενος, θεωρώντας το από την απόσταση των προφητικών
του συμβόλων. Διότι το μυστήριο της Θεοτοκίας δεν εξηγείται. Οπότε ο υμνωδός
αρκείται να επαναλάβει με απόλυτη βεβαιότητα μόνο τα από Θεού θαυμαστικά
εγκώμια του αρχαγγέλου (Χαίρε κεχαριτωμένη…).
Εκείνα τα αρχαγγελικώς κομισθέντα θεικά εγκώμια επιχειρούμε ―αιώνες τώρα―
να τα εννοήσουμε και να τα ερμηνεύσουμε με τα “χαίρε…” των Χαιρετισμών. Και τι
εννοούμε; Το “χαίρε, σιγής δεομένων πίστις»!
Το μυστήριο δεν ερμηνεύεται· μόνο δοξολογείται και ανθομολογείται από τους
αποδέκτες της ιστορικής και αιωνικής σωτηρίας, της προεγνωσμένης στο Θεό και
συντελεσμένης εν χρόνω από τον σαρκωθέντα-ενανθρωπήσαντα Υιό του Θεού, τον
γενόμενον (και) “υιό ανθρώπου”(ιδιόμελο εορτής), τέλειο “άνθρωπο” δηλαδή (κατά
την γνωστή εβραική διατύπωση που υπάρχει και στους ψαλμούς).
Όμως, το μυστήριο παρέμεινε και παραμένει και θα παραμείνει μυστήριο,
γνωστό μόνο στον Κύριο και στον Πατέρα και στο Άγιο Πνεύμα.
Αυτό που έχουμε εμείς εμπρός μας είναι μόνη η ευαγγελική αφήγηση της
προεξαγγελίας του γεγονότος και μόνο το αποτέλεσμα με την κυοφορία, τα
Χριστούγεννα κ.ο.κ., η μοναδική-θεανθρώπινη εκπλήρωσή του. Στον ευαγγελισμό
εμείς βλέπουμε την Παρθένο και τον Ευαγγελιστή. Δεν βλέπουμε το Πνεύμα το Άγιο
ούτε τον Υιό του Θεού. Δεν έχουμε εδώ κάτι από τις θεοπτίες της Παλαιάς
Διαθήκης, την εν δόξη (θείω Φωτί) άσαρκη παρουσία-ομιλία-συγκατάβαση του Υιού.
Έχουμε κάτι καινό, μια καινή διαθήκη.
Αυτό που έχουμε εμείς κατενώπιόν μας (ως πιστευματική εννόηση και
ανθομολόγηση και ευχαριστία) είναι ο,τι παρέλαβαν οι Απόστολοι και θεολόγησαν
οι Πατέρες και ειδικά-πανηγυρικά η Γ᾽ Οικουμενική Σύνοδος της Εφέσου (431
μ.Χ.). Αυτό άλλωστε υμνολογείται στην λατρευτική είτε υμνωδική παράδοση της
Εκκλησίας.
***
ΚΑΙ ΜΑΣ ΟΔΗΓΕΙ στον πυρήνα της εορτής του Ευαγγελισμού.
“Ευαγγελίζεσθε ημέραν εξ ημέρας το σωτήριον του Θεού ημών. Σώσον ημάς, Υιέ
Θεού, ο δι᾽ ημάς σαρκωθείς, ψάλλοντάς σοι, Αλληλούια» (εισοδικός ύμνος θ.
Λειτουργίας εορτής).
Είναι αυτό με το οποίο (απο)λύεται ―τόσο εκφραστικά και θεολογικότατα― ο
Εσπερινός, ο Όρθρος και η Λειτουργία της εορτής: «Ο δι᾽ ημάς τους ανθρώπους και
διά την ημετέραν σωτηρίαν εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου σαρκωθήναι
καταδεξάμενος Χριστός ο αληθινός Θεός ημών, ταίς πρεσβείαις της παναμώμου Αυτού
Μητρός ης τον ευαγγελισμόν εορτάζομεν…».
Το “βάρος” όλο επικεντρώνεται στη Χριστολογία της εορτής. Όμως, εκεί έχουμε
θεολογία, έχουμε το “μερίδιο” του Θεού στη σωτηρία μας.
Γι᾽ αυτό προτιμούμε να ειπούμε “ευαγγελισμός της Θεοτόκου”, διότι εδώ η
Χριστολογία είναι βεβαιωμένη και συνάμα συγκαλυμμένη πίσω από την θεατή μορφή
της Παναγίας μας που εισάγει στον κόσμο μας την Χριστολογία διά της Θεοτοκίας,
“εισάγοντας τον πρωτότοκον εις την οικουμένην…”.
Ανθομολογούμε με τρεις λέξεις το γεγονός, και δοξολογούμε εν σιγή το
μυστήριο.
Η εορτή αυτή μας πληροφορεί για την απροσμέτρητη, απερινόητη, ακατάληπτη
φιλανθρωπία του Θεού για μας. Εδώ στεκόμαστε, από εδώ κρατιόμαστε, εδώθε
ξεκινούμε την θεοδρομία της ευχαριστιακής μας υπακοής στο μέγα μυστήριο.
***
ΜΕ ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ σ᾽ αυτό το θείο-θεανθρώπινο μεγαλείο κηρύξαμε την
ημέρα του Ευαγγελισμού, όπως και τις Παρασκευές των Χαιρετισμών ―επειγόμενοι να
αναγγείλουμε προς πάντας την 1400η επέτειο του Ακαθίστου κατά την αποσταλείσα
σεπτή Πατριαρχική Εγκύκλιο του Οικουμενικού μας Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου―
συναγόμενοι μετά πάντων περί τον Κύριο και την Θεοτόκο Μητέρα Του.
Ακουμβώντας δεητικά όλα τα ανελέητα φορτία της ιστορίας του σύγχρονου δικού
μας ταλαίπωρου κόσμου στους ώμους της Θείας συγκαταβάσεώς Του και στα δεητικά
γόνατα της Θεομητορικής ευσπλαχνίας Της. Μαζί με τις δεήσεις για κείνους τους
υπέρ πίστεως και πατρίδος ήρωες που επιδότησαν με θυσίες τη δική μας ελεύθερη
ενάθληση ζωής. Και τις ευέλπιδες ευχές για τη νεολαία μας και όσους άλλους
φιλοτίμως “παρελαύνουν” αφεύκτως από τις όψεις της επικαιρότητας.
Είθε συν Χριστώ ελεημόνως, είθε μαζί με την Υπέρμαχο της σωτηρίας μας, της
εσχατολογικής και της εθνικής.
Των δικών Της άλλωστε πρεσβειών εμνήσθημεν οι πάντες πάλιν εφέτος κατά τον
εορτασμό της Εθνικής μας Εορτής της 25ης Μαρτίου, όπως και της μακράς υπερμάχου
προστασίας Της (κατά τους χρόνους της μακράς δουλείας και στους σκληρούς αγώνες
της εθνικής μας ελευθερίας).
ΣΤΗΝ ΜΥΡΙΟΣΤΟΜΗ δοξολογική μας ευχαριστία-δέηση προς τον Άγιο Τριαδικό Θεό
συνήψαμε κι εφέτος πάλι το «Τη Υπερμάχω», στο Ναό της Αγίας Τριάδος
Πολυκάστρου, με υψωμένες ένθεν-κακείθεν τις σημαίες του Σταυρού από τους
σημαιοφόρους και τους παραστάτες εκπαιδευτηρίων και Συλλόγων.
Κι αυτές αντικρίζαμε επίσης υψωμένες με έκδηλη την συγκίνηση, όσο
παιανιζόταν από τη Δημοτική Φιλαρμονική ο Εθνικός μας Ύμνος κι εμείς τον
συμψάλαμε, στο Ηρώο του Πολυκάστρου.
Πρώτα η Επιμνημόσυνη Δέηση όλων μας και επί τέλει -πάγια οφειλή και έθος
μας από ικανών ετών- η ηχηρή μελωδία «Των υπέρ πίστεως και πατρίδος
αγωνισαμένων και πεσόντων αιωνία η μνήμη…». Το προσέξαμε πως ο παλμός της
καρδιάς αποδεικνύεται «ηχηρότερος» από την εορταστική εθιμοτυπία.
Ο Δήμαρχος κ. Κωνσταντίνος Σιωνίδης με τον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου
κ.Ιωάννη Παντικίδη, Αντιδημάρχους και άλλους θεσμικούς του Δήμου Παιονίας, ο
Διοικητής του 33ου Σ.Π. Συνταγματάρχης κ. Μενέλαος Νικολαίδης με αξιωματικούς
και άγημα Στρατού, ο Διοικητής του Α.Τ. Πολυκάστρου Αστυνομικός Υποδιευθυντής
κ. Αντώνιος Λιάπης, οι Πρόεδροι των ακμαίων Πολιτιστικών Συλλόγων του
Πολυκάστρου, συνεστώτες και συμμέτοχοί μας στη Δοξολογία και στην Επιμνημόσυνη,
όπως κι εμείς μετ᾽ αυτών στην κατάθεση στεφάνων και στην παρακολούθηση της
ηχηρής παρελάσεως, σχολείων, συλλόγων και στρατού.
† Ο Γουμενίσσης, Γεφύρας, Αξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος


















Δεν υπάρχουν σχόλια