Του Απόστολου
Αποστόλου*
Η χώρα βρίσκεται
σε μια περίοδο όπου η πολιτική ένταση δεν αποτελεί απλώς έκφραση ιδεολογικών
διαφορών, αλλά σύμπτωμα μιας βαθύτερης θεσμικής δυσλειτουργίας. Πρόκειται για
μια κρίση που αγγίζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο νοείται και ασκείται η
δημοκρατική εξουσία. Και σε αυτό το πλαίσιο, η λειτουργία του Κοινοβουλίου
αποκτά κεντρική σημασία όχι μόνο ως θεσμός, αλλά ως καθρέφτης της
πολιτικής ποιότητας της χώρας.
Η μεταπολιτευτική
περίοδος θεμελιώθηκε πάνω σε μια βασική παραδοχή που έλεγε ότι το
Κοινοβούλιο δεν είναι απλώς ένας χώρος πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά ο πυρήνας
της λαϊκής κυριαρχίας και της θεσμικής νομιμοποίησης. Σήμερα, αυτή η παραδοχή
τίθεται υπό αμφισβήτηση και η αμφισβήτηση αυτή δεν είναι θεωρητική, είναι απτή
και ορατή στη σύνθεση και τη λειτουργία του ίδιου του σώματος.
Η παρουσία
υπόδικων πολιτικών στο Κοινοβούλιο συνιστά μια βαθιά αντίφαση, διότι το
νομοθετικό σώμα, που καλείται να θεσπίζει κανόνες δικαίου, περιλαμβάνει πρόσωπα
που τελούν υπό την κρίση της Δικαιοσύνης. Αυτό δεν είναι απλώς ένα ηθικό
οξύμωρο, είναι μια θεσμική παραδοξότητα που διαβρώνει την αξιοπιστία του
πολιτεύματος. Η αρχή της λαϊκής εντολής δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα
απέναντι στην απαίτηση για θεσμική ακεραιότητα.
Οι δικογραφίες που
σχετίζονται με τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι ένα απομονωμένο επεισόδιο, αντιθέτως,
εντάσσονται σε ένα ευρύτερο μοτίβο θεσμικής χαλάρωσης και πολιτικής ανοχής
απέναντι σε φαινόμενα που θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα και
διαφάνεια. Όταν τέτοιες υποθέσεις δεν οδηγούν σε άμεσες και σαφείς πολιτικές
συνέπειες, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι επικίνδυνο
υποστηρίζοντας ότι η λογοδοσία είναι προαιρετική.
Η κυβέρνηση της
Νέας Δημοκρατίας φέρει βαρύτατη ευθύνη για αυτή την εικόνα, όχι μόνο για τις
πράξεις ή τις παραλείψεις της, αλλά κυρίως για το πρότυπο διακυβέρνησης που
εγκαθιδρύει. Ένα πρότυπο που φαίνεται να αποδέχεται αν όχι να ενσωματώνει
την ιδέα ότι η πολιτική ισχύς μπορεί να συνυπάρχει με τη δικαστική εκκρεμότητα
χωρίς συνέπειες. Αυτή η αντίληψη, όμως, είναι ασύμβατη με την έννοια του
κράτους δικαίου.
Επιπλέον, η
κυβερνητική πρακτική δείχνει μια επίμονη τάση ελέγχου και περιορισμού κρίσιμων
θεσμικών αντιβάρων. Η υποβάθμιση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας μέσω
κατεπειγόντων νομοσχεδίων, η αποδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών και η
επιλεκτική διαχείριση της πληροφόρησης συνιστούν σαφείς ενδείξεις μιας εξουσίας
που δεν ανέχεται τον ουσιαστικό έλεγχο. Η ευθύνη της Νέας Δημοκρατίας δεν
εξαντλείται σε επιμέρους επιλογές, αφορά τη συνολική αρχιτεκτονική της
διακυβέρνησης, η οποία δοκιμάζει τα όρια της θεσμικής αντοχής και καλλιεργεί
ένα περιβάλλον όπου η λογοδοσία υποχωρεί και η αυθαιρεσία βρίσκει χώρο να
αναπτυχθεί.
Το Κοινοβούλιο δεν
μπορεί να λειτουργεί υπό τη σκιά τέτοιων εκκρεμοτήτων. Η θεσμική του αξιοπιστία
δεν εξαρτάται μόνο από τη συνταγματική του κατοχύρωση, αλλά και από την
ποιότητα των προσώπων που το συγκροτούν. Όταν αυτή η ποιότητα τίθεται υπό
αμφισβήτηση, τότε η ίδια η δημοκρατική διαδικασία αποδυναμώνεται.
Η δημοκρατία δεν
είναι απλώς ένα σύστημα κανόνων, αλλά ένα σύστημα αξιών και οι αξίες αυτές δεν
μπορούν να είναι επιλεκτικές. Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της νομιμότητας
όταν εξυπηρετεί, και ταυτόχρονα ανοχή σε πρακτικές που την υπονομεύουν.
Η κρίση που
διανύουμε είναι, τελικά, κρίση θεσμικής συνείδησης, και η απάντηση σε αυτή την
κρίση δεν μπορεί να είναι ούτε επικοινωνιακή ούτε συγκυριακή. Έτσι λοιπόν,
απαιτείται μια βαθιά επανατοποθέτηση του πολιτικού συστήματος απέναντι στις
βασικές αρχές της δημοκρατίας.
Εξάλλου η
υπεράσπιση της δημοκρατίας δεν είναι σύνθημα, είναι υποχρέωση. Και αυτή η υποχρέωση
καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική όταν το ίδιο το Κοινοβούλιο, ο κατεξοχήν θεσμός
της λαϊκής κυριαρχίας, εμφανίζεται να λειτουργεί υπό συνθήκες που υπονομεύουν
την αξιοπιστία του.
Διότι, στο τέλος
της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι αν οι θεσμοί υπάρχουν, το ερώτημα είναι αν
λειτουργούν με τρόπο που να εμπνέουν εμπιστοσύνη γιατί σήμερα, αυτή η
εμπιστοσύνη βρίσκεται σε δοκιμασία.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας


















Δεν υπάρχουν σχόλια