Είδα τις προάλλες μία ταινία με την Σίρλεϊ Μακλέιν, η οποία υποδυόταν μία
αυταρχική και αδίστακτη μεγαλοεπιχειρηματία, με διαλυμένη, εξ’ αιτίας της,
οικογένεια, αφού είχε χωρίσει νωρίς νωρίς αφήνοντας μία κόρη, την οποία,
απορροφημένη από τι επιχειρήσεις της, είχε να δει κάποιες δεκαετίες.
·
Γράφει ο Χρήστος Μπολώσης
Κάποια στιγμή λοιπόν, της μπήκε η ιδέα να παραγγείλει, όσο ήταν ακόμη
ζωντανή, τον επικήδειό της σε μία νεαρή δημοσιογράφο, η οποία έκανε αυτή τη
δουλειά στην τοπική εφημερίδα. Ο σκοπός της βέβαια, ήταν να χειραγωγήσει τον
λόγο και να τον γράψει όπως αυτή ήθελε.
Ο Τσώρτσιλ είχε πει σχετικώς «Η ιστορία θα είναι καλή μαζί μου,
διότι έχω σκοπό να την γράψω εγώ». Το είπε και το έκανε. Η νεαρή δημοσιογράφος
όμως, όσο και αν έψαξε, δεν βρήκε κάποια καλά πράγματα να πει για την…
εργοδότριά της. Η ενδιαφερομένη μόλις έμαθε ότι ο επικήδειός της, δεν θα είναι
τίποτε άλλο παρά βρισίδια και κατάρες, άλλαξε άρδην, άρχισε ένα αγώνα δρόμου
και με διάφορες πράξεις της τελευταίας στιγμής, έσωσε την υστεροφημία της.
Αυλαία.
Πώς τα θυμήθηκα τώρα όλα αυτά.
Έχω, όπως όλοι άλλωστε, πάει σε πολλές κηδείες και ελπίζω να αργήσω
να πάω στην… δική μου και το αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς. Σχεδόν σε όλες λοιπόν,
εκφωνούνται οι καθιερωμένοι επικήδειοι λόγοι. Ο επιφορτισμένος με το «θλιβερό
καθήκον», βουτηγμένος στην θλίψη πλησιάζει το μικρόφωνο, το φυσάει για
να δει αν μιλάει και αρχίζει την διόλου πρωτότυπη ομιλία του. Ότι δηλαδή ο
μεταστάς εξ’ ημών αδελφός, ήταν κεκοσμημένος πολλών χαρίτων. Ήταν δίκαιος,
προσηνής, αγαπητός στους συναδέλφους του και στον κοινωνικό του κύκλο,
υπόδειγμα οικογενειάρχου και προϊσταμένου, φιλάνθρωπος, ευγενικός γλυκομίλητος,
κουβαρντάς και όλα αυτά τέλος πάντων, που συνθέτουν ένα διαμάντι ανθρώπου, που
το είχαμε δίπλα μας και δεν το είχαμε καταλάβει μέχρι που το χάσαμε και το
μαθαίναμε τώρα.
Μάλιστα, καλό θα ήτανε, όταν αρχίζουν να εκφωνούνται οι λιβανωτοί αυτοί
προς τον μακαρίτη, από κάπου στο βάθος του Ναού, να ακούγεται ο Γρηγόρης
Μπιθικώτσης άδων: «Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός κι είχες τις χάρες όλες, όλα
τα χάδια του αγεριού, του κήπου όλες τις βιόλες Το πόδι ελαφροπάτητο σαν
τρυφερούλι ελάφι, πάταγε το κατώφλι μας κι έλαμπε σαν χρυσάφι».
Εκείνες τις ώρες βέβαια, ξεχνιούνται, το πόσο κέρατο βερνικωμένο πιθανώς να
ήταν ο μεταστάς εξ’ ημών προς τους κατωτέρους του, που τους έψηνε το ψάρι στα
χείλη. Πόσο μπουρινιασμένος έμπαινε το πρωί στο γραφείο και πόσο ανταριασμένος
έφευγε αργά το βράδυ και έπρεπε όλοι να είναι απίκο μπας και ζητήσει κάτι. Πόσο
τσιφούταρος ήτανε και τα λεφτά, τα είχε μόνο για να κάνει δώρα στη φιλεναδίτσα
του (είναι εκείνη η ξανθούλα δακτυλογράφο στο βάθος με το μαύρο συνολάκι, που
ποιος ξέρει πόσο του είχε στοιχίσει) και δεν έδινε μία δεκάρα (τότε ήταν ακόμη
η δραχμή και δεν είχαμε σωθεί με το ευρώ) αύξηση στους αναξιοπαθούντες
υπαλλήλους του. Ξεχνιέται το πόσο σου έβγαζε το λάδι για να δώσει άδεια και
θυμάσαι, τότε που πήρες μόλις 2 μέρες για να παντρευτείς, διότι, λέει, «είχαμε
δουλειές». Διάφορα τέτοια, που συνθέτουν μία εικόνα εντελώς διαφορετική από
αυτή την αγιογραφία που απαγγέλλεται τώρα ενώπιον της σεπτής σορού του,
στριφογυρίζουν στο μυαλό των τεθλιμμένων παρισταμένων, οι οποίοι είναι και
κομματάκι βιαστικοί, γιατί «έχουμε και δουλειές». Εμ, δανεικά είναι αυτά.
Όμως, δεν μπορούμε να μη επισημάνουμε ότι και οι θρήνοι προς τον «προκείμενον
νεκρόν» είναι μάλλον συμφεροντολογικοί. Τι φωνάζει η χήρα;
«και πού μ’ αφήνεις μόνη», άρα νοιάζεται για την πάρτη της. Τι λέει ο φίλος;
«Έφυγες και θα ορφανέψει η παρέα μας». Ουδείς λέει δυό λόγια… παρηγοριάς στον
μεταστάντα εξ ημών. Π.χ.: «Εκεί θα είσαι μόνος σου παρέα με τον πόνο σου» που
λέει και το άσμα. Όλα τα βλέπουμε και τα κράζουμε από την δική μας οπτική
γωνία. Κάπως έτσι άλλωστε εξελίχθηκε και ο «Επικήδειος» του Ιωάννη Κονδυλάκη.
Και για να κλείσουμε, να θυμηθούμε τι είχε πει σχετικώς ο μεγάλος μας Νίκος
Τσιφόρος και να με συγχωρούν οι εξ’ υμών κουλτουρέ, διότι αντί του Μπρεχτ, του
Ιονέσκο και του Κούντερα, όπως έλεγε κάποτε μιά ψυχή, προτιμώ τον Νίκο Τσιφόρο.
Έλεγε λοιπόν ο Τσιφόρος: «Στις κηδείες, το θέμα είναι να μην
είσαι στο πρώτο αυτοκίνητο»···
Ζωή σ’ εμάς, να ζήσουμε να τον θυμόμαστε
Νάτη! συμφεροντολογική και αυτή η ευχή. Αυτός πόθανε που πόθανε, να μη τον ακολουθήσουμε κι’ εμείς…
·
Στην επίσημη
ιστοσελίδα του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, διαβάζω ότι από το 1984 μέχρι
σήμερα έχουν θυσιασθεί στον βωμό του καθήκοντος περίπου 200 αστυνομικοί.
Αλήθεια τι μέριμνα μνήμης έχει λάβει γι’ αυτούς το Υπουργείο; Εδώ κάποιοι άλλοι
σκοτώθηκαν επειδή πήγαν να κλέψουν ή μαχαιρώθηκαν για τα ποδοσφαιρικά και
έγιναν εθνικοί ήρωες. Για τους Αστυνομικούς μας τίποτε; Θα κάνουν μνημόσυνα και
θα κλαίνε μόνο οι οικογένειές τους και στο τέλος, όταν νομοτελειακά
λείψουν και αυτοί, θα ξεχασθούν; Μήπως η Αστυνομία θα πρέπει να σκεφθεί για την
ανέγερση ενός επιβλητικού μνημείου, στο οποίο να αναγράφονται τα ονόματα όσων
θυσιάζονται κατά την εκτέλεση του καθήκοντος; Ακόμη μήπως θα πρέπει
να μελετηθεί να δίνονται ονόματα των πεσόντων σε Αστυνομικά Τμήματα; Π.χ.
«30ο Αστυνομικό Τμήμα: Αρχιφύλακας Γεώργιος Λυγγερίδης». Είναι μία
ελαχίστη τιμή στους ανθρώπους, που καθημερινά δίνουν μάχη, παίζοντας την ζωή
τους κορώνα γράμματα, με αλλοδαπούς εγκληματίες και ημεδαπούς μαφιόζους, για να
εξασφαλίζουν την ηρεμία και την γαλήνη στην κοινωνία. Τουλάχιστον η κοινωνία,
ας τους εξασφαλίσει την «αθανασία», έστω και αυτής της μορφής.
·
Διάβασα στην «κυριακάτικη δημοκρατία»,
ότι στις αποκριάτικες εκδηλώσεις των Σοφάδων παρέλασε συγκρότημα από τα
Σκόπια κρατώντας πανό, όπου η χώρα προέλευσης αναγραφόταν απλώς ως
«Macedonia». Στην εκδήλωση, ήταν παρόντες 3 βουλευτές της ΝΔ και ο
δήμαρχος Σοφάδων, υποστηριζόμενος από την ΝΔ, οι οποίοι παρακολουθούσαν
περιχαρείς την παρέλαση και ουδείς σκέφτηκε να βουτήξει από το αυτί τους
σκοπιανούς και να τους στείλει από εκεί που ήρθανε. Η οργανωτική επιτροπή,
αντιδρώντας αστραπιαία… μετά από μερικές μέρες ανακοίνωσε ότι η εμφάνιση του
πανό πραγματοποιήθηκε αιφνιδιαστικά και χωρίς προηγουμένη ενημέρωση (ήγουν
μπάτε σκύλοι αλέστε) και στο εξής θα είναι πιο αυστηρή… Βεβαίως ο
εκλεγόμενος επίσης στην περιοχή κ. Τσιάρας, βαθύς γνώστης της γεωγραφίας
(θυμηθείτε την δήλωσή του περί εξωτερικού του… Έβρου), ο οποίος θα το προλάβαινε
το θέμα, απουσίαζε εις τας Βρυξέλλας Είναι λίαν αμφίβολο αν θα σηκωνόταν
θόρυβος, αν δεν το πρόβαλε η εφημερίδα μας. Μήπως ο κ. υπουργός Εσωτερικών θα
πρέπει να μελετήσει το θέμα της διοργανώσεως σχετικών σεμιναρίων, στα οποία να
παραδώσει μαθήματα ο δήμαρχος Φλώρινας κ. Βασίλης Γιαννάκης, περί του πώς
αντιμετωπίζονται τέτοιες… «αιφνιδιαστικές και χωρίς προηγούμενη
ενημέρωση» καταστάσεις;
· Ό,τι παλιό διαβάζεις σε πληγώνει. Διάβασα σ΄ ένα παλιό τεύχος του Menshouse Team (27-09-2024): «… Το πιο ξεχωριστό κατάστημα δημιουργείται επί της οδού Σταδίου και μένει στην ιστορία ως το ‘’Πατάρι του Λουμίδη’’. Εξέχουσες προσωπικότητες των γραμμάτων, των τεχνών και της δημοσιογραφίας, συναντιούνται και κάνουν ατελείωτες συζητήσεις, απολαμβάνοντας τον καφέ τους. Νίκος Γκάτσος, Μάνος Χατζιδάκις, Οδυσσέας Ελύτης, Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Μόραλης, Κάρολος Κουν, Αλέξης Σολομός, Ελένη Βακαλό, Ανδρέας Εμπειρίκος, Μιχάλης Κατσαρός, Νίκος Καρούζος, Νικηφόρος Βρεττάκος, Κώστας Βάρναλης, Μάρκος Αυγέρης, Γιώργος Σεφέρης, Μίλτος Σαχτούρης, Νάνος Βαλαωρίτης, Τάκης Σινόπουλος, Μίκης Θεοδωράκης…». Τώρα πέστε μου. Μπορείς σήμερα να βρεις το ένα εκατοστό από αυτούς τους γίγαντες; Δεν λέω. Μπορεί να υπάρχουν και σίγουρα υπάρχουν. Αλλά εσείς τους βλέπετε; Διότι εγώ είναι αδύνατο να τους διακρίνω, τουλάχιστον δια γυμνού οφθαλμού. Αν υπάρχουν ή αδρανούν ή πνίγονται στα νερά της μετριότητας που μας έχει επιβληθεί, τότε καθιστούν εαυτούς ασήμαντους. Α και μία διευκρίνιση. Ουδείς από τους προαναφερθέντες ανεδείχθη διότι είχε γερά μπράτσα ή γραμμωτούς… κοιλιακούς και έκανε πέρα όλους τους άλλους. Βέβαια κάτι είχαν κι’ αυτοί γερό και μάλιστα πολύ γερό. Το πνεύμα. Μ’ αυτό ανεδείχθησαν. Άλλος με τις νότες, άλλος με τον χρωστήρα, άλλος με τον στίχο. Σήμερα τι γίνεται;
Ασφαλώς και είσθε
Γιατί εγώ κύριε Νίκο;
Τι λες ρε πού@@η μου
Μεγάλες αλήθειες
Το αποκηρύσσω



























Δεν υπάρχουν σχόλια