Όσοι και όσες θέλουν να καταγγέλλουν την
αλαζονεία δεν πρέπει να «χτυπούν» πολιτικά μόνο τα σαμάρια
Ακριβώς πριν από δύο χρόνια είχα
«συμβουλεύσει» έναν υπουργό, τα ανδραγαθήματα του οποίου, πολιτικά,
οικογενειακά και άλλα, έχουν κάνει τον γύρο της επικράτειας και βρίσκονται στα
χείλη του τελευταίου Ελληνα, να αποφεύγει την υπερβολική έκθεση στη δημοσιότητα.
H σπανιότητα προσδίδει κύρος, η οικειότητα θρέφει την περιφρόνηση.
Ρώτησε γιατί, αλλά δεν ήθελα να του πω
ότι η μεγάλη αναγνωρισιμότητα αυξάνει την πολιτική αξία του «κρεμάσματος», του
πολιτικού κρεμάσματος εννοώ, αν τυχόν έρθει η ώρα της κρίσεως. Την καθιστά
υπεραξία. Θα είναι ο ιδανικός στόχος στην τυχόν κάθαρση που κάνει ένα σύστημα
κάθε φορά που τα περιττώματα της διαφθοράς υπερχειλίζουν, έτοιμα να ξεχυθούν
από τα φρεάτια της εξουσίας. Σε κείμενό μου εκείνης της εποχής, το οποίο όσοι
είστε πιστοί αναγνώστες θα το θυμάστε, είχα διατυπώσει τρεις επισημάνσεις για
το θέμα της κάθαρσης:
1 Οταν η διαφθορά «πνίγει» τον καπιταλισμό, εκείνος κάνει δημιουργική
καταστροφή. Η περίφημη θεωρία του Σουμπέτερ. Επιβεβαιώθηκε στην κρίση του 2008,
την οποία πλήρωσαν μια τράπεζα, η Lehman Brothers, και τα golden boys. Οταν
πρόκειται για πολιτικά πρόσωπα, επιλέγει «Ιφιγένειες» με συγκεκριμένα κριτήρια
μέχρι να κοπάσει η οργή του αγριεμένου πλήθους. Τις καίει σε δημόσια θέα, όπως
καίνε στις Απόκριες τον «ντζάρο» στην Ξάνθη, στον ποταμό Κόσυνθο.
2 Επιλέγει πρόσωπα με συγκεκριμένες προδιαγραφές: Τους πιο αδύνατους από τους δυνατούς. Πολιτικούς ή μάνατζερ. Οποιος δεν διαθέτει προσωπική πολιτική προστασία, κοινώς νταβατζή, για να τον σώσει στην παρανομία του, θεωρείται από το σύστημα αναλώσιμος αδύναμος κρίκος.
3 Υπουργοί που κινούνται απρόσεκτα και αλαζονικά, χωρίς προστασία, μπορεί να
είναι οι επόμενοι «Τσοχατζόπουλοι». Οι «Μίδες» που θα σαπίσουν στη φυλακή.
Αυτά γράφαμε στην υπέροχη μοναξιά μας
τότε και μας κοιτούσαν λοξά. Λογικό! Πριν από δύο χρόνια το κλίμα δεν ήταν σαν
το σημερινό, συννεφιασμένο, μεταβαλλόμενο και εύθραυστο. Ηταν ακόμη
«παιζόμενο». Ο υπουργός της ιστορίας μας όχι μόνο δεν έδωσε σημασία στις
επισημάνσεις μας, αλλά μπήκε στο αντίθετο ρεύμα. Εκτροχιάστηκε.
Ηδονιζόμενος από τη δημοσιότητα,
μεθυσμένος από φιλοδοξία, φανατικός και είρων έναντι πάσης κριτικής,
εγκαταστάθηκε στις οθόνες, μικρές και μεγάλες. Είπε και έκανε πράγματα
αδιανόητα, ξένα προς το ήθος της παράταξης που εκπροσωπεί. Το κυριότερο:
Ιδεολογικοποίησε το θράσος. Εκανε την παρανομία «κανόνα» και τη νομιμότητα
«παρέκκλιση». Το θράσος του, όπως λένε οι παροικούντες την Κεντροδεξιά,
συνοψίζεται στο δόγμα «Και διαφθειρόμαστε πολιτικά, και σας ξεσκίζουμε στους
φόρους και δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε για να μας κουνήσετε από τις καρέκλες
μας και θα μας ξαναψηφίσετε!».
Συμπεριφορά Καντάφι. Δεν το είπε βεβαίως
ακριβώς έτσι, αλλά το εκπέμπει διαρκώς. Οι ανάρμοστες σχέσεις με επιχειρήσεις
που εποπτεύει το υπουργείο του εμφανίζονται ως… κανονικότητα, όχι ως παρέκκλιση
που είναι. Οι παρεμβάσεις για επιδοτήσεις σε μέσα ενημέρωσης που τον υμνούν…
άψογη στάση, όχι ως ασυμβίβαστο. Η συμμετοχή κορυφαίων στελεχών του κόμματος σε
αμφιλεγόμενες εταιρίες «γούστο τους και καπέλο τους». Νόμιμη (ηθική;).
Η πολιτική πορεία του συγκεκριμένου πολιτικού
προσώπου έχει πάρει απότομη κατιούσα κλίση εσχάτως και οι «-άκηδες» δεν θα
διστάσουν να το ρίξουν στους αλιγάτορες, αν πρόκειται να φύγει η συζήτηση
μακριά από αυτούς. Οσα συνέβησαν χθες με πρώην υπουργούς και βουλευτές του
κόμματος να βάλλουν κατά των υπουργών της αλαζονείας αυτόν κατά βάση
σημαδεύουν.
Νέα φάση
Μπήκαμε ήδη σε νέα φάση, αγαπητοί.
Είμαστε στην αρχή του μεγάλου κατήφορου, αυτές είναι οι πρώτες προειδοποιητικές
βολές. Με μια διαφορά όμως: Εχει σαπίσει και σαπίζει κάθε μέρα το σύστημα εν
συνόλω ώστε δεν είναι βέβαιον ότι θα αρκέσει ένας «δεξιός Ακης» για να
εκτονωθεί το αλαλάζον πλήθος. Ο πρώην υπουργός Τάσος Γιαννίτσης, ο οποίος είναι
και επικεφαλής ενός μεγάλου επιχειρηματικού ομίλου της πατρίδας μας,
αντιπαρέβαλε το θάρρος του στο θράσος τους. Εβγαλε το φίδι από την τρύπα
προχθές και είπε κάτι που συζητείται ευρέως χρόνια τώρα στα καφενεία: «Η
διαφθορά σήμερα είναι 200 φορές περισσότερη από όση ήταν την εποχή
Τσοχατζόπουλου επί ΠΑΣΟΚ».
Η ηγεσία του τόπου υπερκέρασε κατά πολύ
το εκσυγχρονιστικό πρότυπό της. Λησμόνησε κάτι όμως: Ο δημόσιος αλαζών υπουργός
που καταγγέλλεται στην ουσία είναι ο πρωθυπουργός ιδιωτικώς. Ιδιος. Μοιάζουν
σαν δύο στάλες βροχή. Ο υπουργός που τίθεται δικαιολογημένα στο στόχαστρο λέει
στο φως της ημέρας τις αντιλήψεις του και δεν φυλάγεται. Το πρόβλημα είναι πως
στο παρασκήνιο αυτής ακριβώς της νοοτροπίας είναι και ο αρχηγός του.
Ταυτίζονται. «Κάνουμε αυτό, ράνουμε το άλλο, αλλά σας έχουμε στο χέρι.Τι θα
κάνετε; Θα μας ξαναψηφίσετε. Αλλιώς καλή τύχη!».
Πρόκειται για το θράσος του παρασκηνίου
που στο φως της ημέρας εμφανίζεται ως η ταπεινότητα κάποιου που… τάχα
αποκηρύσσει την αλαζονεία. Στην ουσία ταυτίζονται ο καταγγελλόμενος ως αλαζών
υπουργός και η «αθώα περιστερά» αρχηγός του. Απλώς ο δεύτερος έχει τη σοφία να
κάνει τους καβγάδες του ιδιωτικώς και να μην ομολογεί τίποτε ποτέ δημοσίως.
Επαγγελματίας. Οσοι και όσες θέλουν λοιπόν να καταγγέλλουν την αλαζονεία, δεν
πρέπει να «χτυπούν» πολιτικά μόνο τα σαμάρια. Οφείλουν, κατά την παροιμία, να
χτυπούν και τον «γάιδαρο», αλλιώς δεν είναι τίμιοι.

















Δεν υπάρχουν σχόλια