Ήμουν στην κορυφή του Γράμμου και αναπόφευκτα μου ταρακούνησε το μυαλό η
προτροπή του Αντισθένη, ότι «η ελευθερία κατοικεί στις κορυφές της μνημοσύνης»
Υπηρετώντας τη χώρα μας ως υφυπουργός, εκτιμώ χωρίς
αλαζονεία και υπερβολές ότι δεν πάτησε και δεν περπάτησε την επικράτεια της
πατρίδος μας σε δύο χρόνια άλλο μέλος κυβέρνησης τόσο καθολικά, όπως το έπραξα
το 2007-2009. Έτσι βρέθηκα και πάνω στην Αετομηλίτσα, χωριό του Γράμμου σε
υψόμετρο περίπου 1.500 μέτρων. Τους τίμησα μένοντας εκεί και το πρωί μού
ζήτησαν να εκπληρώσουν μία επιθυμία μου.
ADVERTISING
Επώνυμος επιχειρηματίας, ξαφνιάστηκε όταν τους είπα ότι θέλω να με
πάνε στο ύψωμα 2520, όπου εκεί ο Ελληνικός Στρατός έδωσε τέλος στην
τραγωδία της χώρας την 29 Αυγούστου του 1949. Δεν ήθελαν, ενθυμούμενοι το τι
τράβηξα, όταν τίμησα τους νεκρούς στρατιώτες στο Βίτσι ως βουλευτής, πόσο
μάλλον ως υφυπουργός. Όταν είδαν ότι είμαι αποφασισμένος, ξεκινήσαμε και
φθάσαμε στην κορυφή του Γράμμου. Εκεί τους άφησα στον ίσκιο των δέντρων και εγώ
τράβηξα προς το μνημείο, λέγοντάς τους ότι «θέλω να μιλήσω με τους νεκρούς».
Άφωνοι, σεβάστηκαν την επιθυμία μου.
Έχοντας γνώση των ιστορικών γεγονότων, με βαριά την ψυχή έζησα
συγκλονισμούς ζωής και θανάτου. Είδα την πίκρα των αμούστακων παιδιών, που
ντύθηκαν σε καθεστώς στρατιωτικού νόμου και στρατοδικείων στο χακί, για την
υπεράσπιση της νομίμου πολιτείας. Συναισθήματα και σκέψεις πονούσαν μυαλό και
ψυχή. «Μας ρωτήσατε αν θέλαμε να πολεμούμε με ξένους, εναντίον ξένων και
αδελφών μας; Είμαστε από όλη την Ελλάδα, η ιστορία το επέβαλε ως τραγωδία.
Γιατί δεν τη σέβεστε; Δεν αξίζουμε ένα κερί και ενός λεπτού σιγή για τη μνήμη
μας;» Ένας άλλος μου είπε «νομίζετε ότι δεν υπάρχει θεία δίκη, ούτε η
νέμεσις;» Με χτύπησε στην καρδιά αυτή του η φράση, γιατί είναι αυτό που φοβάμαι
ότι μπορεί να συμβεί, αν υπάρχουν μηχανισμοί τιμωρίας στη ζωή σε λαούς. Ή δεν
χρειάζονται όταν ο εκφυλισμός τους οδηγεί στον αφανισμό. Και ένας άλλος μου
είπε με το πιο πικρό παράπονο που έχω δει στη ζωή μου ή σε όνειρο. «Σας είπαμε
να μη ζείτε καλύτερα, να μη γεύεστε αγαθά; Δεν μπορείτε όμως να μας θυμάστε και
να μας τιμάτε;»
Μου θύμισαν την υπόθεση Χρυσικόπουλου, του πλουσιόπαιδου, που
οι γονείς του προσπάθησαν να αποφύγουν την στράτευση. Πως ο αρχιστράτηγος Αλ.
Παπάγος απείλησε τον Βασιλέα με κάθοδο του στρατεύματος στην Αθήνα, αν δεν
εκτελεσθεί ως λιποτάκτης. Πώς, ενώ αυτοί έδωσαν τη ζωή τους, δωσίλογοι,
μαυραγορίτες και εγκληματίες απέφυγαν την τιμωρία πάνω στο αίμα τους.
Ήμουν στην κορυφή του Γράμμου και αναπόφευκτα μου ταρακούνησε το μυαλό η
προτροπή του Αντισθένη, ότι «η ελευθερία κατοικεί στις κορυφές της μνημοσύνης».
Τώρα θυμάμαι τη Φ. Φωτιάδου, που αποτυπώνει με απόγνωση «σε ποια καμπαναριά
κουρνιάζει ο πόνος, που απ΄ τον θάνατο γεννιέται η λευτεριά». Κάποιος μου
θύμισε πως, χωρίς να νιώθουν ήρωες, έπραξαν το καθήκον τους. Όπως οι πρόγονοί
μας της αρχαιότητος με το «ταν ή επί τας», με το «μολών λαβέ» και τον παιάνα,
«ίτε παίδες Ελλήνων.... και τιμιότερον και αγιότερον, η πατρίδα».
Όπως οι παρελαύνοντες στην ανατολή Μακεδόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Ήρθαν μπροστά μου οι εικόνες του τυφλοθέντος γενναίου Ρωμανού Διογένη και η
τραγική θυσία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Μου είπαν κάποιοι, πώς να
αμαυρώσουμε τη θυσία των αγωνιστών του 21. Ποιοι είμαστε εμείς απέναντι στον
Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη; Τι να πουν οι Μακεδονομάχοι, οι ξεριζωμένοι
Έλληνες της Ανατολής του 1922 και πώς θα κοιτούσαμε στα μάτια τούς πατεράδες
μας, μετά το Έπος του 40.
Και πριν κάνω τον σταυρό μου και προσευχηθώ με ευγνωμοσύνη προς τους
συνομιλητές μου, ένας διαβασμένος και καλλιεργημένος μού λέει: «Εδώ βρεθήκαμε
γιατί μας έστειλε η νόμιμη κυβέρνηση μετά τις εκλογές στις 31 Μαρτίου του 1946.
Όσο και να τις αμφισβητήσει κάποιος, ήταν κυβέρνηση του 90% και άντε η αποχή να
ήταν και 25%, που επισήμως ήταν 15%. «Σας είπαμε να μας μπερδέψετε, με τις αλληλοσφαγές
της Κατοχής και των ανώμαλων μετέπειτα χρόνων; Μήπως ξεχάσατε εκεί πάνω ότι και
η σημερινή Βουλή σας ξεκινάει την αρίθμηση των περιόδων από αυτές τις εκλογές;
Έπαψε μόνο για εμάς η συνέχεια του κράτους;».
Ανατρίχιασα και σφίχτηκε η ψυχή μου με έναν κόμπο να με πνίγει. Συγκράτησα
τα αναφιλητά μου, όχι όμως και τα πικρά δάκρυά μου. Δύο στίχοι αγαπημένοι της
νιότης μου, απαγγέλθηκαν μέσα μου ως παρηγοριά για όλους, όσοι συναισθάνονται
τη μόνη γνωστή πραγματικότητα της ζωής. Το παρελθόν και τις θυσίες αυτών που
μας γέννησαν. «Πνοές κι αν πλανάσθε σ' άλλη ζωή, λείψανα κι αν κοιμάστε, σας
λειτουργώ στη δόξα σας, μακαρισμένοι να ´στε!», υμνεί ο Κ. Παλαμάς το 1928 τούς
θυσιασθέντες στη φονικότερη μάχη του '12-'13, στο Κιλκίς. Αμέσως ακολούθησε ο
επικριτικός λόγος του ήρωα Λορέντζου Μαβίλη. «Καλότυχοι οι νεκροί που
λησμονάνε..... Κι αν δεν μπορείς, παρά να κλαις το δείλι, τους ζωντανούς τα
μάτια σου ας θρηνήσουν, θέλουν, μα δεν βολεί να λησμονήσουν».
Επιστρέφοντας, με βαριά βήματα, θυμήθηκα τα λόγια του Κωνσταντίνου
Μητσοτάκη προς εμένα: «Συνέχισε Κώστα παιδί μου, αυτή είναι η αλήθεια
και την έχεις μπροστά σου. Βουλευτής έγινα το 1946 και όλοι μαζί το 1947
αποφασίσαμε να βάλουμε ένα τέρμα στην ανταρσία και στην αιματοχυσία. Είπαμε
συμφιλίωση, όχι να καταπατήσουμε και την ιστορία». Στο μυαλό μου όμως, για
λόγους ιστορικής αξιοπιστίας και δικαίωσης, ήρθαν οι αδικοχαμένοι θυσιασθέντες
του 1974, στην προδομένη Κύπρο μας. Επαναλάβαμε την ατιμία για αγώνες και
θυσίες Ελλήνων, νεκρών και ζώντων. Με πίκρα μονολογούσα ότι ξεχνάμε εύκολα και
δεν ξέρω πώς θα ανατάξουμε το «είναι» του ελληνισμού....


















Δεν υπάρχουν σχόλια