Στην Αλεξία Ιωαννίδου διηγείται η Ελένη Τσιφτσόγλου-Παπαδοπούλου
Προσθέστε την «δημοκρατία»
ωςπροτιμώμενη πηγή στην Google
«Υπάρχουν ήχοι που δεν χάνονται ποτέ.
Μένουν φυλαγμένοι κάπου βαθιά στην ψυχή και χρόνια αργότερα αρκεί μια μυρωδιά,
μια εικόνα ή ένα πέρασμα από έναν γνώριμο δρόμο για να ξαναζωντανέψουν» μας
λέει η Ελένη Τσιφτσόγλου-Παπαδοπούλου, συνταξιούχος μαία από
το Νέο Γυναικόκαστρο Κιλκίς. Η κυρία Ελένη εδώ και χρόνια ασχολείται
ερασιτεχνικά με τη λαογραφία μαζεύοντας υλικό από το νομό Κιλκίς,
«ανασταίνοντας» πρόσωπα που εάν δεν υπήρχε κάποιος σαν αυτήν να μας τους
ξαναθυμίσει ή να τους συστήσει στους νεότερους Κιλκισιώτες, θα είχαν παραδοθεί
στη λήθη.
Η καταγωγή των προγόνων της ήταν από την Ανατολική Θράκη, από το χωριό Όκλαλι της Επαρχίας Τσατάλτζας της νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως, αλλά αγαπάει πολύ τους Ποντίους γιατί… αγάπησε και παντρεύτηκε Πόντιο!
«Νομίζω ότι είμαι πιο Πόντια από τους
Πόντιους γιατί εκ-ποντίστηκα (κατά το εξελληνίστηκα), ούσα 50 χρόνια νύφη των
Ποντίων» δήλωσε στο pontosnews.gr γελώντας και «σπάζοντας τον πάγο» της πρώτης
γνωριμίας!
Είναι διαχειρίστρια της σελίδας neoginekokastro.gr η
οποία σαν χρονοκάψουλα κρατάει ζωντανή τη μνήμη των Mικρασιατών και
Ανατολικοθρακιωτών προσφύγων κατοίκων του Νέου Γυναικόκαστρου Κιλκίς. Την ίδια
σημαντική δουλειά όμως έχει κάνει και για το χωριό του ανδρός της, το Μαυρονέρι
Κιλκίς (mavronerikilkis.gr) όπου κατέφυγαν και έχτισαν
από την αρχή τη ζωή τους, πρόσφυγες από τον Καύκασο και τον Πόντο!
Η ζωή των Κιλκισιωτών είναι συνυφασμένη
με την αγροτιά, άλλωστε το λέει και το αγαπημένο μας τραγούδι, ο «ύμνος του
Κιλκίς» το «Κιλκίς πατρίδα μ’ έχω εσέν», που σε μια στροφή του αναφέρει
χαρακτηριστικά: «εδούλευανε οι χωρέτ’ και έτρωεν η Αθήνα, και σα χωρία σο
Κιλκίς περισανλούκ και πείνα» (δούλευαν οι αγρότες και έτρωγε η Αθήνα, και στα
χωριά του Κιλκίς δυστυχία και πείνα)!
Ήμουν ένα κοριτσάκι δέκα ή έντεκα χρόνων, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν μαζί με τον πατέρα μου, τον Τάσο, πήγαινα στο Κιλκίς για να πουλήσουμε τα καρπούζια μας.
Η Ελένη Τσιφτσόγλου την εποχή που
πουλούσε καρπούζια με τον μπαμπά της και τώρα (φωτ.: Αρχείο Ελένης Τσιφτσόγλου)
Στο χωριό μας, το Νέο Γυναικόκαστρο ή
Νέα Δήμητρα, η γη ήταν η ζωή μας. Τα δέκα στρέμματα ποτιστικό χωράφι πρώτης
κατηγορίας μάς χάριζαν κάθε χρόνο καρπούζια ξακουστά για τη νοστιμιά τους.
Ήταν τα «αμερικάνικα» καρπούζια όπως τα
λέγαμε τότε. Μακρόστενα, μεγάλα σαν μπουκάλες, τόσο που μια παιδική αγκαλιά ίσα
που τα χωρούσε. Μαζί με τα καρπούζια φορτώναμε και τα καβούνια, τα πεπόνια,
όπως τα ονομάζαμε στην τοπική διάλεκτο.
Η προετοιμασία ήταν ολόκληρη
τελετουργία. Και οι τέσσερις αδελφές βοηθούσαμε στο φόρτωμα.
Ανάμεσα στα άχυρα πάνω στην καρότσα που κρατούσαν τα καρπούζια ασφαλή στον δρόμο, βρισκόμουν κι εγώ. Ένα μικρό κορίτσι με κοντά μαλλιά και χέρια που είχαν μάθει να βοηθούν. Κάποιες φορές ένιωθα πως ο πατέρας μου έβλεπε σε μένα το αγόρι που ίσως είχε ονειρευτεί και δεν απέκτησε.
Όταν δεν φόρτωνε την καρότσα της
«Λάικας» με καρπούζια ο Τάσος Τσιφτσόγλου, εξυπηρετούσε τους συγχωριανούς του
μεταφέροντάς τους στο Κιλκίς (φωτ.: Αρχείο Ελένης Τσιφτσόγλου)
Η Λάικα ήταν κάτι περισσότερο από ένα
όχημα. Ήταν μέλος της οικογένειας. Ένα αυτοσχέδιο τρακτέρ φτιαγμένο με φαντασία
και ανάγκη. Είχε μηχανή από υδραυλικό σύστημα ποτίσματος, τέσσερις ρόδες, μια
καρότσα και ένα απλό σκέπαστρο για τον οδηγό και τον συνοδηγό. Όταν έπαιρνε
μπρος με τη μανιβέλα, ακουγόταν από μακριά ο χαρακτηριστικός της ήχος και όλοι
καταλάβαιναν πως ο Τάσος ο καρπουζάς ξεκινούσε για την πόλη.
Το όνομά της το είχε πάρει από τη Λάικα, τη μικρή αδέσποτη σκυλίτσα από τη Ρωσία που ταξίδεψε στο διάστημα. Ο πατέρας μου ήξερε την ιστορία της και ίσως τον συγκινούσε η ιδέα ενός πλάσματος που πρόσφερε, χωρίς να ζητήσει τίποτα.
Το ζεύγος Φωτούλας και Τάσου Τσιφτσόγλου
(αρραβωνιασμένοι τότε) μια Πρωτομαγιά της δεκαετίας του 1960. Το όμορφο
φουστάνι που φοράει η Φωτούλα το μεταποίησε αργότερα φτιάχνοντας φουστανάκια
για τις κόρες της. Τα φουστανάκια αυτά τα φορούσαν τα κορίτσια όταν ντύνονταν
«Σουλιώτισσες» και έλεγαν τα ποίηματά τους στις εθνικές γιορτές των σχολείων
τους (φωτ.: Αρχείο Ελένης Τσιφτσόγλου)
Κάθε απόγευμα που ανηφορίζαμε προς το
Κιλκίς, ο δρόμος γινόταν ένα ταξίδι γεμάτο εικόνες. Αφήναμε πίσω μας το Νέο
Γυναικόκαστρο και περνούσαμε από το Αβρέτ Χισάρ (Παλιό Γυναικόκαστρο), το
Νταουτλί (Δαφνοχώρι), το Δουρασανλή (Μεσιανό) και το Ασικλί (Λεβεντοχώρι), όπως
τα έλεγε ο πατέρας μου.
Στα δεξιά μας έμενε το Σαρίγκιολ, η σημερινή Κρηστώνη και ύστερα η πόλη άνοιγε μπροστά μας.
Η Ελένη Τσιφτσόγλου (η μικρή στη
φωτογραφία) με την αδελφή της και την μαμά τους στο πανηγύρι του χωριού τους
(φωτ.: Αρχείο Ελένη Τσιφτσόγλου)
Ο πατέρας μου δεν είχε ανάγκη τη
ζυγαριά. Δεν χρησιμοποιούσε την παλάντζα όπως άλλοι παραγωγοί. Κοίταζε το
καρπούζι, το ζύγιζε με το μάτι και όλοι τον εμπιστευόταν. Η τιμιότητά του ήταν
η καλύτερη διαφήμιση.
Μόλις οι νοικοκυρές άκουγαν το γνώριμο πατ-πατ της Λάικας, έβγαιναν στις πόρτες και περίμεναν. Θυμάμαι την κυρά Λίτσα στην είσοδο της πόλης, την κυρά Ωραία, την κυρά Παναγίλα. Θυμάμαι τον κυρ Γιώργο τον Πανίδη, τον Δάμο τον Μιχαηλίδη, τον κυρ Παύλο τον Ποζίδη, τον κυρ Ιάκωβο Σιδηρόπουλο, τον θυρωρό του Νοσοκομείου, τον Γιάννη Κεσίδη εισπράκτορα στο ΚΤΕΛ και την γυναίκα του την κυρά Άννα.
Ο Τάσος Τσιφτσόγλου, με το προσωνύμιο
Τσάκος, όταν δεν ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες έπαιζε ακορντεόν. Ήταν τόσο
περιζήτητος στην περιοχή που τον καλούσαν σε γάμους. Μάλιστα έπαιζε και
ποντιακούς σκοπούς γι’ αυτό τον προτιμούσαν οι Καυκάσιοι Πόντιοι στα γλέντια
και τις χαρές τους (φωτ.: Ελένη Τσιφτσόγλου)
Τα καρπούζια έφευγαν ένα-ένα από την
καρότσα και μαζί τους έφευγε και λίγη από την κούραση της ημέρας. Εγώ έσπρωχνα
με τα μικρά μου χέρια τα μεγάλα καρπούζια και κοιτούσα τον πατέρα μου να
χαμογελά. Ένα ξύλινο κασελάκι δεχόταν τις δραχμές, τα δεκάρικα και τα
εικοσάρικα. Ήταν ο κόπος μιας ολόκληρης χρονιάς κλεισμένος μέσα σε λίγα
κέρματα.
Η Λάικα συνέχιζε να περνά από τα στενά
της πόλης, ανάμεσα στα χαμηλά σπίτια. Εγώ διάβαζα τις πινακίδες των δρόμων και
τις κρατούσα μέσα μου: Παπαλουκά, Καραγιαννοπούλου, Δοϊράνης. Δεν ήξερα τότε
πως αυτοί οι δρόμοι θα γίνονταν κομμάτια της ζωής μου.
Θυμάμαι πρόσωπα αγαπημένα. Την κυρά Φανή
και την κυρά Μάγδα, τις νοσοκόμες. Τον Ζάχο τον Ορφανίδη που ερχόταν στο χωριό
μας για τα στάρια. Τους Τζεβελέκηδες, τους Μιχαηλίδηδες, την Τσιτάκαινα.
Θυμάμαι τον ωρολογά Νίκο Χαραλαμπίδη, τον Καντίδη με την κυρία Σίτσα, τους Φελέκηδες και τον Τηλέμαχο.
Οι αγρότες με το χαμόγελο στα χείλη
δουλεύουν στα σταροχώραφά τους στο Κιλκίς κάτω από τον καυτό ήλιο (φωτ.: Αρχείο
Ελένης Τσιφτσόγλου)
Και όταν τελείωνε η δουλειά, άρχιζε η
δική μου μικρή γιορτή.
Ο πατέρας μου με πήγαινε στου
Μπακόπουλου για σουτζουκάκια και ύστερα στου Νούρη για γιαούρτι με μέλι. Για
ένα παιδί εκείνης της εποχής, αυτές ήταν στιγμές ανεκτίμητες!
Μόνο ένα πράγμα με είχε στενοχωρήσει
τότε. Όταν ο πατέρας μου φώναζε στους μαχαλάδες «εγγυημένα καρπούζια», εγώ μη
γνωρίζοντας καλά τη λέξη, νόμιζα πως έλεγε «έγκυα». Ντρεπόμουν χωρίς
να ξέρω γιατί. Όταν το είπα στη μητέρα μου, μού εξήγησε και κατάλαβα το παιδικό
μου λάθος.
«Εδούλευανε οι χωρέτ’ και έτρωεν η
Αθήνα, και σα χωρία σο Κιλκίς περισανλούκ και πείνα» (φωτ.: Αρχείο Ελένης Τσιφτσόγλου)
Οι διαδρομές εκείνες με τον καρπουζά
πατέρα μου ήταν το πρώτο μου μάθημα ζωής. Με έμαθαν να αγαπώ τους ανθρώπους, να
επικοινωνώ, να νιώθω τον παλμό μιας πόλης. Εκεί γεννήθηκε μέσα μου η επιθυμία
να ζήσω κάποτε στο Κιλκίς.
Χρόνια αργότερα, μετά το Δημοτικό στο
Νέο Γυναικόκαστρο και το Εξατάξιο Γυμνάσιο της αγαπημένης μου πόλης, σπούδασα
Μαιευτική. Έγινα μαία, δημιούργησα την οικογένειά μου και υπηρέτησα με αγάπη το
Νοσοκομείο του Κιλκίς.
Κι όμως, όσο κι αν περνούν τα χρόνια,
κάθε φορά που περνώ από εκείνα τα στενά, δεν βλέπω μόνο δρόμους και σπίτια.
Βλέπω ένα μικρό κορίτσι με κοντά μαλλιά, ακούω τη Λάικα να ανεβαίνει γεμάτη
καρπούζια και νιώθω δίπλα μου τον πατέρα μου. Οι αναμνήσεις είναι οι ρίζες μας.
Και το παλιό Κιλκίς ζει ακόμη μέσα μου.
ΠΗΓΗ: pontosnews.gr























Δεν υπάρχουν σχόλια