Select Menu

ads2

ads2

Τυχαία Ανάρτηση

" });

Travel

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ


link για pchands

Performance

Cute

My Place

Racing

Videos

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΤΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ: ΑΜΦΙΣΒΗΤΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΣΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

  Μανώλης Κοττάκης Οι επόμενες εκλογές δεν θα είναι αντι-ΣΥΡΙΖΑ, όσο και αν πασχίζει το Μέγαρο Μαξίμου να το αναβιώσει με τα ιστορικά ντοκ...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Τελευταίες Αναρτήσεις

    » » » ΟΜΙΛΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ-ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ
    «
    Next
    Νεότερη ανάρτηση
    »
    Previous
    Παλαιότερη Ανάρτηση

     


    “ Οι Τούρκ΄ όταν εκούρσευαν τη Πόλ’ την Ρωμανίαν,

    επάτ’νανε τα εγκλησιάς κ’ επαίρναν τα εικόνας,

    επαίρνανε χρυσά σταυρούς , αργύρα μαστραπάδες

    επήραν και την μάνα μου, σ΄εμέν έμποδος έτον.

    Επήεν και ν’ εποίκε με ς’ Εμίρ Αλή τα σκάλας.

    Εμέν ατός πεσλέευεν με το μέλ’, με το γάλαν,

    με το μέλιν, με το γάλαν και με τ΄αρνί το κρέας.

    Σα φανερά ταντάνιζεν, σα κρυφά διαρμηνεύει:

    “Υιέ μ’, αν ζής και ‘ίνεσαι, σην Ρωμανίαν φύγον.

    Εκεί, έεις κύρ’ Αντρόνικον καλάδελφον Ξαντίνον”.

    Η μεσαιωνική ιστορία του ποντιακού Ελληνισμού, όπως την αποδίδει η δημοτική Μούσα με το παραπάνω δημώδες άσμα, έληξε συμβατικά με την παράδοση στον Μεχμέτ τον Β,΄τον πορθητή, τον Αύγουστο του 1461 της Τραπεζούντας, της πρωτεύουσας της ομώνυμης Αυτοκρατορίας αλλά και τελευταίο προπύργιο του Βυζαντίου. Την παράδοση, όμως, αυτή ακολούθησε δυο χρόνια αργότερα και η εξόντωση της βασιλικής οικογένειας των Μεγαλοκομνηνών.  Η πτώση, βέβαια, δεν σήμαινε και την υποταγή ολόκληρης της Τραπεζούντας, αφού από την ποντιακή μούσα, επίσης, θρυλείται και ο απελπισμένος αγώνας των κατοίκων των ορεινών και απομονωμένων περιοχών του Πόντου, οι οποίοι συνέχισαν να αγωνίζονται για μια επιπλέον δεκαετία.

    Ωστόσο, μεγάλο μέρος του πληθυσμού μεταφέρθηκε στη Βασιλεύουσα για τον εποικισμό της, ενώ άλλοι εξισλαμίστηκαν υπό το καθεστώς βίας, προκειμένου να καλύψουν, λίγο αργότερα, τις ανάγκες των γενιτσαρικών ταγμάτων ή να τεθούν στις υπηρεσίες των εκάστοτε σεραγιών. Από την άλλη πλευρά, η γη μοιράστηκε σε τιμάρια που παραδόθηκαν στους σπαχήδες. Όμως, οι κάτοικοι της Τραπεζούντας μπορούσαν πλέον να κατοικούν μόνο στα Εξώτειχα της πόλης τους που ακόμα και αυτά ήταν πυρπολημένα. Μεγάλη, επίσης, ήταν και η διαρροή προς την περιοχή της Ιβηρίας και της Γεωργίας, ενώ λίγο αργότερα, όταν οι Τούρκοι προελαύνουν προς τον Καύκασο, οι Πόντιοι αποσύρονται στα ενδότερα και ιδρύουν σημαντικές επισκοπές. Επιπλέον, σημαντικός αριθμός Ελλήνων του Πόντου μετακινείται προς τα βόρεια παράλια της Μικράς Ασίας και στην κατεχόμενη από τους Τατάρους και σκληρά δοκιμαζόμενη μέχρι και σήμερα Κριμαία, για να μεταφερθούν προς τα τέλη του 18ου αιώνα στην περιοχή της Μαριούπολης και την Αζοφική. 

    Η μεγαλύτερη, όμως και αναμφισβήτητα, μαζική μετακίνηση του πληθυσμού ήταν προς τα ορεινά και δασώδη μέρη της Χαλδίας, γύρω από τον Χαρσιώτη ή άλλως ονομαζόμενο Κάνη ποταμό με απώτερο σκοπό την αναζήτηση της ασφάλειας αλλά κυρίως την απομόνωση, την οποία επέλεξαν και οι κλεφταρματολοί της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Ταυτόχρονα, η συσπείρωση του ελληνισμού γύρω από την εκκλησία και τα μεγάλα μοναστηριακά κέντρα της περιοχής, την Παναγία Σουμελά, τον Άγιο Γεώργιο Περιστερεώτα και τον Άγιο Ιωάννη Βαζελώνος, το ιερό τρίγωνο στις πλαγιές του όρους Μελά αφενός και αφετέρου τα πλούσια προνόμια του κατακτητή προς τους κατοίκους των περιοχών των μεγάλων μεταλλείων, δηλαδή της Αργυρούπολης και της Νικόπολης, συνέβαλαν στη διατήρηση της γλώσσας, της θρησκείας, των ηθών και των παραδόσεων, στοιχεία που συναποτέλεσαν και την εθνική τους ταυτότητα. 

    Όμως, παρόλο που η Χαλδία ήταν ορεινή και δασώδης, αναγορεύτηκε σε “μπεϊλίκ” και από ένας μικρός οικισμός που ήταν εξελίχθηκε προς τα τέλη του 15ου αιώνα στο μεγαλύτερο μεταλλευτικό κέντρο της περιοχής. Το ασημόχωμα του υπεδάφους των ορέων της Χαλδίας, ο χαλκός και ο μόλυβδος υπήρξαν σωτήρια για τον εκεί Ελληνισμό. Η οικονομία και η παιδεία της περιοχής στηρίζονταν στο χριστιανικό αυτό στοιχείο, λόγω των μεταλλείων, λόγω της εξακτίνωσης των μεταλλωρύχων και της επενδυτικής τους δράσης και εκτός Αργυρούπολης, κυρίως όμως, λόγω του ευαγούς ιδρύματος του Φροντιστηρίου της Αργυρούπολης. Αλλά τα συμπτώματα της αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αρχίζουν να εκδηλώνονται, όχι μόνο με την αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας από τις εγγενείς της αδυναμίες να διατηρήσει τη συνοχή του Οθωμανικού Κράτους, όχι μόνο μέσα από την ενδυνάμωση των ντερέμπεηδων, δηλαδή των ντόπιων σπαχήδων, αλλά κυρίως εξ αιτίας της μείωσης των εισοδημάτων της μεταλλοφόρας γης. Ο αιώνας, λοιπόν που θα καθορίσει την τύχη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ξεκινά με την Συνθήκη του Κάρλοβιτς και την ήττα των Οθωμανών από τον Ιερό Συνασπισμό των ευρωπαϊκών εθνών. Αλλά, αν και οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με το δίλημμα της διανομής της κληρονομιάς του Μεγάλου Ασθενούς, κατέληξαν στην πολιτική της συντήρησης του Οθωμανικού κράτους λόγω των μικρών ή μεγάλων εδαφικών τους επιδιώξεων. Ο πόλεμος σφαλμάτων εφοδιαστικής και στρατηγικής φύσεως, όπως χαρακτηρίστηκε ο Κριμαϊκός Πόλεμος του 1853-1856, ήταν το αποτέλεσμα ενός μακρόχρονου ανταγωνισμού συμφερόντων ανάμεσα στις κύριες ευρωπαϊκές δυνάμεις, για επιρροή και εκμετάλλευση των ανατολικών εδαφών της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

    Την ίδια αυτή περίοδο ανέτελλε και ο “χρυσούς αιών” του Ποντιακού Ελληνισμού, ο οποίος πυροδότησε τον κοινωνικό δαρβινισμό που υιοθετήθηκε και από την ηγεσία των Νεοτούρκων, ως θεμιτή θεωρία, εξουσιοδοτώντας το τουρκικό έθνος να μπορεί να εξαφανίσει τις μη μουσουλμανικές εθνότητες της επικράτειάς του, προκειμένου να επικρατήσει. Αλλά η υπέρμετρη διάθεση προστατευτισμού του Κεμάλ για τους ομοεθνείς του ταυτίστηκε σιγά σιγά με το εθνικιστικό κίνημά του. Συνεπώς, η γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής δεν είναι μια σειρά αυθόρμητων βιαιοτήτων αλλά η ριζοσπαστικοποίηση, δηλαδή η εξέλιξη σε φάσεις (πριν-κατά τη διάρκεια και μετά) μιας στοχευμένης και κλιμακούμενης γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών, ένεκα της απώλειας εδαφών και της αποδυνάμωσης της συγκεκριμένης εθνοθρησκευτικής ομάδας. Εξάλλου, για την πραγματοποίηση του ξεριζωμού απαιτήθηκε οργάνωση, η οποία μεθοδεύτηκε με την δημογραφική πολιτική εναντίον των Ελλήνων, των Εβραίων, των Λεβαντίνων και των Αρμενίων, ώστε πάντοτε ο πληθυσμός αυτός να είναι αθροιστικά λιγότερος από τον μουσουλμανικό σε κάθε τόπο. Το βασικότερο, όμως, επιχείρημα, ήταν οι εκτοπισμοί προς το εσωτερικό για στρατιωτικούς λόγους. Το επιχείρημα, δηλαδή, να εκτοπιστούν οι άρρενες πληθυσμοί 50 χιλιόμετρα από τα παράλια προς το εσωτερικό, όχι μόνο για να μην αναμιχθούν με τον προελαύνοντα ρωσικό στρατό αλλά για να εξοντωθούν με φυσικό τρόπο λόγω της πορείας τους, μιας και οι εκτοπίσεις δεν περιορίστηκαν στα 50 χιλιόμετρα αλλά επεκτάθηκαν μέχρι και τα 900, όταν ο πληθυσμός αυτός φτάνει μέχρι το Χαρκούτ και τη Μαλάτεια. Οι εκτοπίσεις, όμως, αυτές δεν υπαγόρευαν στρατιωτικές ανάγκες. Ο σκοπός δεν ήταν ο εκτοπισμός του άρρενος πληθυσμού αλλά η εξόντωσή του, γιατί μέσω αυτής θα επιτευχθεί η διακοπή της συνέχειας της ομάδας. Πρέπει, λοιπόν, η ομάδα να διαρρηγνύεται οριστικά και αμετάκλητα, ώστε να μην υπάρχει η συνέχεια.

    Έτσι δικαιολογείται και η παλινδρομική μεταναστευτική κίνηση των κατοίκων της Χαλδίας στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου προς τα δυτικά, τα ανατολικά και τα βόρεια παράλια, δηλαδή από την Σαμψούντα μέχρι και την Τιφλίδα και την Κριμαία από την μια, και από την άλλη προς τα νότια μεταλλευτικά κέντρα της Αμάσειας, της Σεβάστειας και του Ερζερούμ, η οποία προκάλεσε τη δημογραφική έκρηξη του Ελληνισμού των παραλίων και της ενδοχώρας. Ταυτόχρονα, η πρόοδος της ατμοπλοΐας, η ανερχόμενη ελληνική ναυτοσύνη και η δημιουργία της ποντιακής αστικής τάξης θεριεύουν το εμπόριο, που τώρα πια ένεκα του ατμού μετατρέπεται σε θαλάσσιο και με μεγαλύτερη ένταση.

    Τα τρία ονομαστά Γυμνάσια, μεταξύ των οποίων και το εξέχον Φροντιστήριον της Τραπεζούντος, το Λύκειον της Παναγίας Γουμερά, τα επτά Ημιγυμνάσια, τα σχολαρχεία και τα δημοτικά σχολεία αφενός και αφετέρου η λειτουργία της Φιλαρμονικής και της ομάδας Θεάτρου, η έκδοση σημαντικών και χρονιζόντων περιοδικών, όπως ο “Εύξεινος Πόντος”, ο “Αστήρ του Πόντου”, οι “Κομνηνοί” και η “Επιθεώρησις”, η ανάπτυξη του Τύπου μέσα από τον “Φάρο της Ανατολής”, την “Εθνική Δράσι”, την “Σάλπιγγα”, την “Εποχή”, τον “Ελεύθερο Πόντο” και τον σατιρικού περιεχομένου “Ποντικό” σε συνδυασμό με την πολιτιστική δράση για την επιμόρφωση του λαού και την ενίσχυση της παιδείας με την βοήθεια των εκπαιδευτικών και κοινωνικών συλλόγων, όπως ο “Ξενοφών”, η “Φιλόπτωχος Αδελφότης” και η “Αδελφότητς Κυριών Τραπεζούντος”, η γνωστή και μετά το 1924 ως “Μέριμνα Ποντίων Κυριών” επισκίαζαν το Νεοτουρκικό Σύνταγμα που ανακηρύσσεται επισήμως το 1903 και διεκδικεί θέση στον νεφελώδη ορίζοντα, τον οποίο, προηγουμένως, μεθοδικά σκίαζε. Η Φιλεκπαιδευτική και σωματειακή αυτή οργάνωση των Ελλήνων του Πόντου αρκούσε, για να λάβει χώρα ο τουρκικός εθνικισμός.

    Αυθαιρεσίες, διώξεις, τρομοκρατικές ενέργειες, ατέλειωτες μαζικές εξορίες, υποχρεωτική στράτευση και ένταξη στα “Τάγματα Εργασίας” προοικονομούσαν την καταστροφή. Δυστυχώς όμως, όλα αυτά δεν πλήττουν μόνο τους χριστιανικούς πληθυσμούς της γης του Πόντου, αλλά και ολόκληρο τον Ελληνισμό της Ανατολής. Της αγίας Ανατολής, που είναι γεμάτη από τα κόκαλα των θυμάτων μιας εθνοκάθαρσης των μη μουσουλμανικών πληθυσμών που είχε ήδη αρχίσει από το 1914 και ολοκληρώθηκε το 1923, μιας διαδικασίας στην οποία ενεπλάκησαν πρωτίστως οι Τούρκοι εθνικιστές, οι Νεότουρκοι και οι Κεμαλικοί και δευτερευόντως άλλες δυνάμεις, όπως οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί κατά τη διάρκεια του ΑΠΠ και προς το τέλος του οι Ιταλοί, οι Γάλλοι και οι Σοβιετικοί του Βλαδίμηρου Λένιν.

    Απόλυτα ικανοποιημένος από την έκβαση των πολιτικών πραγμάτων ο Κεμάλ τηλεγραφεί εμπιστευτικά στον φίλο του στρατηγό Αμπντούλ Κερίμ Πασά τον Ιούνιο του 1920:

    “Επιτέλους! Οι Αμερικάνοι, οι Γάλλοι, οι Ιταλοί και οι ίδιοι οι Άγγλοι αναγνώρισαν ότι έχουμε δίκιο και ότι οι σκοποί μας είναι νόμιμοι...Για να πάρουν, εξάλλου, συγγνώμη από εμάς για την άδικη στάση τους, άδειασαν την Μερζιφούντα και υποσχέθηκαν ότι θα εκκενώσουν και τη Σαμψούντα. Οι Άγγλοι, μάλιστα, με ειδική επιτροπή που έστειλαν στο Εσκί Σεχίρ υποσχέθηκαν ότι δεν θα ανακατευθούν πια στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας μας και όταν τα τελευταία βρετανικά στρατεύματα αναχωρούσαν από την Κιουτάχεια, με ειδικό σιδηροδρομικό συρμό, προς βορράν, την ίδια στιγμή το ιππικό του κινήματός μας καταλάμβανε την πόλη”. 

    Αυτή ήταν η ένοχη πολιτική των Συμμάχων που τώρα αναγνώριζε τη χρησιμότητα του εθνικού κινήματος του Κεμάλ και τη μη νομιμότητα της σουλτανικής κυβέρνησης, ενώ στις 2 Μαΐου του προηγούμενου έτους με απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου των νικητών του ΑΠΠ επέτρεψε την απόβαση της 10ης Μεραρχίας στην Σμύρνη, του Σώματος Στρατού και μετέπειτα Γ΄ Σώματος Στρατού, προκειμένου να επιβληθεί η τάξη και να προστατευθούν οι χριστιανικοί πληθυσμοί από τις τουρκικές ωμότητες στο εσωτερικό της καταρρέουσας και διχασμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

    Ο κακοήθης και δολερός Κεμάλ, ο οποίος αυτοαναφερόταν ως ο λυτρωτής ενός εκάστου Τούρκου αφενός και αφετέρου ως ο δημιουργός του ομογενοποιημένου εθνικού κράτους της Τουρκίας δεν ήταν μόνο κακοποιητικός προς τους αλλοεθνείς και αλλόθρησκούς του αλλά και προς τους ομοεθνείς του, επειδή όχι μόνο δεν βρισκόταν σε γραμμική σχέση μεταξύ των πράξεών του και των συνεπειών τους, αλλά και επειδή τους αντιμετώπιζε ως εμπορεύσιμα, για την πολιτική του εξέλιξη, αγαθά. Προφανώς, ήθελε να ανήκει στις γενεές των ηγετών που λογάριαζαν το αξιόμαχο των λαών ως αγαθά. Περιφραστικά, η αρχιτεκτονική της ασφάλειας του Κεμάλ οικοδομήθηκε πάνω στις φιλοδοξίες των Μ. Δυνάμεων. Τις γενιές, όμως των ηγετών αυτών, τις καταδίκασε η ίδια η Ιστορία. Ωστόσο, τα παίγνια αυτών των γενεών εστίασαν στον πλούτο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του οποίου το μεγαλύτερο μερίδιο κατείχαν οι αλλόθρησκοι, μεταξύ των οποίων και οι Έλληνες. 

    Η μαζική έλευση των προσφύγων το Φθινόπωρο του 1922 στην Ελλάδα βρίσκει τη χώρα όχι μόνο οικονομικά εξαντλημένη αλλά και μετέωρη λόγω του Εθνικού Διχασμού που προηγήθηκε και των συνεπειών του αφενός και αφετέρου λόγω του πολιτικού της αναβρασμού από το Κίνημα των Πλαστήρα-Γονατά και Φωκά, συνθήκες που είθισται στα κράτη μετά από την μακρόχρονη εμπλοκή τους σε καταστάσεις πολέμου. Την πρώτη τους περίθαλψη από το Κράτος οι πρόσφυγες την δέχτηκαν μέσω του στρατού, ο οποίος ανέλαβε μέρος της στέγασης σε παραθαλάσσιους ή μεσόγειους οικισμούς, της σίτισης, και της εντός της χώρας μετακίνησής τους. Οι πρόσφυγες, όμως, διαψεύδονται και πάλι με την Συνθήκη της Λοζάνης, η οποία καθιερώνει για πρώτη φορά στο διεθνές δίκαιο τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της Ανταλλαγής των πληθυσμών. Όχι μόνο αυτοί του 1922 αλλά και οι προηγούμενοι, του 1914, χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να συνειδητοποιήσουν ότι δεν θα επιστρέψουν στη γη του Πόντου και της Μικρασίας, παρόλο που η έλευσή τους συνοδευόταν από τις λανθασμένες προσδοκίες της ελληνικής φυλής. Εξάλλου, τα κατάφορτα πλοία που ταξίδευαν από δύο μέχρι και δέκα ημέρες, επειδή τα λιμάνια της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά δεν τους επέτρεπαν την αποβίβαση λόγω πληρότητας και η ταυτόχρονη αναζήτηση λιμανιού για την αποβίβαση, την παραμονή τους στα λοιμοκαθαρτήρια και τον “εξανθρωπισμό” τους, σε συνδυασμό με την αναντίστοιχη προς την πραγματικότητα απόσβεση των περιουσιών τους επιβεβαιώνει το χαρακτηρισμό που απέδωσε ο Λεονίδας Ιασονίδης στην ανθρωπιστική κρίση του 1922 χαρακτηρίζοντάς την ως τον δεύτερο Σαγγάριο. Ο, για μια δεκαετία, αρνητικός δείκτης υπεροχής των γεννήσεων που το 1922 ήταν 3 προς 1, δηλαδή τρεις θάνατοι προς μια γέννηση και η θεσμοθέτηση από το Κράτος της Ίδρυσης Ορφανοτροφείων σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, με προτεραιότητα στις πόλεις υποδοχής προσφύγων, αποτυπώνει το κοινωνικό αυτό πείραμα της ανταλλαγής.

    Οι λεηλατημένες και καθημαγμένες, από τις βουλγαρικές κατοχές, περιοχές της Βορείου Ελλάδος, οι οποίες τότε χαρακτηρίστηκαν ως Νέες Χώρες, ήταν οι επιλέξιμες περιοχές εγκατάστασης των προσφύγων. Με δεδομένο το αναγκαίον της διασφάλισης του οικογενειακού δεσμού αφενός και αφετέρου της θωράκισης των συνόρων προηγήθηκε η εγκατάσταση αναπόσπαστων ομάδων προσφύγων. 

    Όλα τα παραπάνω τα αντιλαμβανόμαστε μετά από την παρατήρηση, την ερμηνεία και την κατανόηση του φαινομένου. Αντίστοιχα, μετά από την νοηματοδότησή του, η οποία απαιτεί μελέτη του αυθεντικού θεωρητικού πλαισίου αλλά και αυθεντική στάση, διαπιστώνουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του προσφυγικού πληθυσμού της περιοχής αφορούσε στα ορφανά και τις χήρες που είτε έρρεαν από το κύμα της προσφυγιάς είτε προέκυπταν αμέσως μετά την προσωρινή εγκατάστασή τους, εξ αιτίας του τεράστιου αριθμού απωλειών από ασθένειες, επιδημίες και πείνα. Συνεπώς, η καταγραφή μονογονεϊκών οικογενειών ήταν κάτι παραπάνω από συνήθης. Η αργή, βέβαια, αποχώρηση των Μουσουλμάνων, η οποία επέτρεψε και την παράλληλη συνοίκηση χριστιανών προσφύγων και γηγενών, δεν διόγκωσε μόνο το πρόβλημα της στέγης αλλά ενέτεινε και τις τριβές μεταξύ γηγενών και προσφύγων, οι οποίες ήταν αποκλειστικά και μόνο οικονομικού χαρακτήρα λόγω της συρρίκνωσης των ημερομισθίων και της κακής οικονομικής κατάστασης της χώρας. Αυτές οι τριβές ήταν που κινητοποίησαν τον εθνικό οργανισμό της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων να παρέμβει. Η νέα αυτή κατάσταση εύκολα θα χαρακτηριζόταν ως μια νέα κοσμογονία. 

    Πρόσφυγες, όμως, από αγροτικές ή ημιαγροτικές περιοχές προωθούνται και στις υπαίθρους της βόρειας χώρας. Στις ίδιες περιοχές και μάλιστα στις πιο ορεινές υπαίθρους του Μπέλες και του Νέστου εγκαταστάθηκαν αυτοί που κατάγονταν από την Καππαδοκία και τον Πόντο, όχι μόνο επειδή ήταν διαθέσιμες οι οικίες των βουλγαρικών ή πομακικών μουσουλμανικών οικισμών αλλά κυρίως, επειδή οι πληθυσμοί αυτοί είχαν την τεχνογνωσία της καλλιέργειας της αρίστης ποιότητας καπνού για την εποχή εκείνη. Παρόλα αυτά, οι Οθωμανοί πολίτες της περιοχής, που δεν είχαν χαρακτηριστεί ως ανταλλάξιμοι, μπόρεσαν να πουλήσουν τις περιουσίες τους και να αποχωρήσουν. Αυτές τις περιουσίες αγόραζαν οι εύποροι πρόσφυγες, που έφτασαν στην Ελλάδα το Φθινόπωρο του 1922 και αυτοί με τον χαρακτηρισμό ως “Ανταλλάξιμοι”, αποτυπώνοντας μια πιο αισιόδοξη ανάγνωση της κατάστασης του ξεριζωμού. Αυτή, λοιπόν, η κατηγορία των αστών προσφύγων σε συνάρτηση με την δραστηριοποίησή τους τόσο σε κοινωνικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο αντανακλά τον πρότερο βίο τους. Η εμφάνιση, μάλιστα, νέων αναγκών, όπως η διάθεση και αναζήτηση ενημέρωσης μέσω του τύπου, βεβαιώνει την παραπάνω δράση, η οποία δια των εφημερίδων “Θάρρος” της Δράμας και “Ακρόπολις” του Βλάση Γαβριηλίδη κάλυπταν προσωρινά μέρος των συγκεκριμένων αναγκών.

    Χριστεπώνυμοι,

    διανύουμε πρωτόγνωρες και ιστορικές στιγμές. Χώρες με ακλόνητες και αιώνιες φιλικές σχέσεις εκτροχιάζονται ενώ η επανατροχιοδρόμησή τους δεν μπορεί να επιτευχθεί στο πνεύμα της επισφαλούς και βραχύβιας ειρήνης. Οι σύγχρονοι προστάτες της πολιτικής αλλά και της οικονομίας που εμφανίζονται ως αυτόκλητοι σωτήρες και υπέρμαχοι των παγκόσμιων ελευθεριών, κυρίως, όμως, ως εξισορροπητές των εσωτερικών εντάσεων των κρατών, δεν είναι αυτοί που ευθύνονται και για αυτές; Εξάλλου, η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929, ο επίλογος, δηλαδή, του ΑΠΠ και της δικής μας ολέθριας Μικρασιατικής Καταστροφής ήταν ταυτόχρονα και ο πρόλογος του ΒΠΠ που επέτρεψε την άνοδο των εκκολαπτόμενων απόλυτων και παράφρονων ηγετών του. Μεθοδευμένες πολιτικές, μάλιστα, όπως του Μουσολίνι και του Στάλιν για την απόπειρα εκκαθάρισης του ταυτοτικού τους στοιχείου και την κατ’ επίφαση προσπάθεια ενοποίησής τους, δηλαδή της Ιταλίας και της Ρωσίας, μέσα από την απαγόρευση της ζωντανής, από τον 7ο π.Χ. αιώνα, γλώσσας των Ποντίων και των Ελλήνων της magna Grecia δεν αποτελούν επανάληψη της Ιστορίας; Μας είναι ανοίκειες; Γιατί, λοιπόν, αναρωτιόμαστε, αν η οικονομία αποτελεί πρωτεύοντα παράγοντα του νέου υβριδικού πολέμου; Δεν ήταν πάντα ή σχεδόν πάντα, ο ένας και μοναδικός παράγοντας των γεωπολιτικών εξελίξεων; 

    Η οικονομική και πολιτιστική άνθιση των Ρωμιών και η οσμή του πετρελαίου δεν ήταν η αφορμή της σύστασης της πιο σκληρής και αμείλικτης τριανδρίας, του Ισμαήλ Εμβέρ, του Μεχμέτ Ταλαάτ και του Αχμέτ Τζεμάλ, που επέβαλε σκιώδη στρατιωτική δικτατορία μετά τη συνθηκολόγηση των Οθωμανών με τη Συνθήκη του Λονδίνου του 1913 και ουσιαστικά σφράγισε τη μοίρα των χριστιανών της Ανατολής; Γιατί ερμηνεύουμε τον σύγχρονο οικονομικό πόλεμο με κριτήριο την τελευταία του παραλλαγή; Όταν οι χριστιανικοί πληθυσμοί πρωτοστατούσαν στα κέντρα των οικονομικοπολιτικών και κοινωνικών αποφάσεων της Ανατολής δεν στοχοποιήθηκαν, δεν λοιδορήθηκαν, δεν εκδιώχθησαν, δεν γενοκτονήθηκαν; Άλλωστε, στους Συμμάχους η οικονομική διπλωματία προηγούνταν όλων των άλλων. Ο δρόμος του Μεταξιού ήταν η πιο ακροβοθώρητη οδός που εξακολουθεί να μονοπωλεί ακόμη και σήμερα τα οικονομικά ενδιαφέροντά τους. Δεν σταυρώσανε αυτοί οι άνθρωποι μόνο τους συνανθρώπους τους, αλλά και τους ίδιους τους εαυτούς τους, οδηγώντας τους με τις απέλπιδες πράξεις τους στην πρόκληση και συντήρηση των εντάσεων, των συγκρούσεων και των πολέμων και κατά συνέπεια στην απώλεια της ανθρώπινης συνείδησης. Όσο και αν η μνήμη είναι δείκτης πολιτισμού, δείκτης ταυτότητας και κυρίως δείκτης αυτοαναφορικότητας, η ανάμνηση των προσφύγων γονέων μας μάς εξασφάλισε τον έλεγχο της μοίρας μας. 

    Δεν είναι η ώρα να προβληματιστούμε για τη θέση μας στο σύγχρονο κόσμο. Είναι, όμως, η ώρα να κεφαλαιοποιήσουμε τις θυσίες των προγόνων μας προς κληροδότηση στη νέα γενιά, στα παιδιά μας. Το ίδιο αυτό κληροδότημα κληρονομήσαμε και εμείς από τους δικούς μας γονείς. Το πιο σημαντικό διπλωματικό έργο, εξάλλου, ανατέθηκε στους χριστιανικούς λαούς της Ανατολής. Η αποστολή τους ήταν να φυλάξουν τον ένδοξο Βυζαντινισμό. Για τους παραπάνω λόγους οφείλουμε πάντοτε να βλέπουμε την Ανατολή με συμπάθεια, χάριν των χριστιανικών πληθυσμών. Τόσο η επιρροή μας όσο και οι σχέσεις μας με τους οποιουσδήποτε εταίρους μας οφείλουμε να χαράσσονται στον άξονα των προταγμάτων των θρησκευτικών μας μειονοτήτων, για τις οποίες δεν αμφιβάλλει κανείς μας ότι αποτελούν παράγοντες σταθερότητας της μονίμως φλεγόμενης Ανατολής. Αυτός είναι και ο λόγος που θα πρέπει να προσβλέπουμε συνεχώς και αδιαλείπτως στην ασφάλειά τους.

    Έφτασε, λοιπόν, η ώρα να μεταβολίσουμε τη θυσία των προγόνων μας! Να σταθούμε στο οικουμενικό μήνυμα του Αγίου Χριστού μας που βιώσαμε πρόσφατα με την Ανάστασή του, στο μήνυμα της ταπείνωσης, της μετάνοιας και της συγχώρεσης: “Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη. Και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά, επειδή ουκ έγνω ο κόσμος τον κόσμον δια της σοφίας”. Ας διαλύσουμε τις αμφιβολίες, εκεί όπου παραδοσιακά βρίσκουν πρόσφορο πεδίο δημιουργίας. Ας αποτελέσουν τα λάθη και οι θρίαμβοι του παρελθόντος το κίνητρο, για να κατανοήσουμε ότι η μνήμη είναι η αληθινή πατρίδα του καθενός μας. 

    Σταχυολογώντας, η ταύτιση των συμφερόντων μας με άλλα κράτη που μας αφορούν άμεσα και που σε κάποιες περιπτώσεις προκαλούν χάος, θα πρέπει να μας προβληματίζει. Οι πολυδιάστατες πολιτικές που απαιτούνται στην σύγχρονη εποχή μας σε συνδυασμό με την προκύπτουσα πολυταυτοτική οικουμένη θα συγγράψουν τους νέους κανόνες συνύπαρξης των λαών και συνάμα την αναγκαιότητα για νέα ιεράρχηση αξιών. Όμως, η εμπορευματοποίηση της ελληνικής κληρονομιάς μέσα από την διαδικασία της ανταλλαγής των πληθυσμών που οδήγησε στην μεταμόρφωση και τελικά στην έκπτωση των προταγμάτων μας, πρέπει να ανασταλεί. Οφείλουμε να αποστιγματίσουμε το θέμα της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Ποντίων αποζητώντας την αποκατάσταση του τραύματος και αποστρεφόμενοι την εκδίκηση. Να δημιουργήσουμε την υγιή συνθήκη εκδήλωσης του συλλογικού τραύματος και να επικαλεστούμε την ανάγκη αποκατάστασης της διεθνούς νομοθεσίας ως προς το γεγονός. Η υψηλή αυτοεκτίμηση των προσφύγων είτε ως αντίδραση στην παγερή αντιμετώπιση των γηγενών είτε ως αποτέλεσμα του υψηλού επιπέδου ζωής που απώλεσαν είναι δείκτης του κοσμοπολιτισμού τους. Άλλωστε, οι μετασχηματισμοί και οι ανακατατάξεις στην περιοχή αλλά και σε ολόκληρο το εμπλεκόμενο πεδίο δράσης του ΑΠΠ προδίκασαν από το 1918 τα γεγονότα. Δεν είναι υπερβολή αλλά αλήθεια το γεγονός ότι σάστισε ολόκληρη η ανθρωπότητα με το μεγαλύτερο στην Ιστορία κύμα προσφυγιάς. Και μετά από αυτό επιβλήθηκε και ο αγώνας των προσφύγων για την διασφάλιση του αισθήματος του “ανήκειν”, ως υποκείμενα πολιτισμού σε κάθετι ενδοχώριο αλλά και παγκόσμιο, αγώνας που απαίτησε την ύπαρξη συνείδησης της Ιστορίας αλλά και της μαθητείας σε αυτήν, αγώνας αναγωγής από την προσωπική μικροσυνείδηση στο επίπεδο της πολιτισμικής, ιστορικής και κοινωνικής μακροσυνείδησης, δηλαδή στην αναζήτηση της ωριμότητας με βάση την ελληνική αντίληψη και πραγματικότητα. 

    Και όσο η ορθόδοξη πίστη μας μάς προστατεύει από υπερβολές και στρεβλές αναγνώσεις του θέματος, εμείς δεν εποφθαλμιούμε στην γεωγραφία των λαών. Αντίθετα, σεβόμαστε την ιστορία των λαών και ιδιαίτερα αυτών με τους οποίους αναμετρηθήκαμε. Ωστόσο, κάθε φορά που θα διεισδύουμε στο πεδίο της παγκόσμιας πραγματικότητας δεν θα παραλείπουμε να προτάσσουμε το εθνικό μας συμφέρον ως το υπέρτατο κριτήριο των διεθνών μας συναλλαγών. Αναμφίβολα, η Ελλάδα είναι η χώρα μας. Όμως η θρησκεία, η Ιστορία και ο πολιτισμός της είναι η πατρίδα μας. Και οι προμαχήσαντες αλλά και προμαχούντες ορθόδοξοι πληθυσμοί υπέρ της Ελλάδος στην Αγία Ανατολή είναι αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της πατρίδας. Ας μνημονεύσουμε τους πρώτους και ας προσευχηθούμε για τους δεύτερους.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

    About ΤΕΟ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

    This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.
    «
    Next
    Νεότερη ανάρτηση
    »
    Previous
    Παλαιότερη Ανάρτηση

    Δεν υπάρχουν σχόλια

    Leave a Reply