«…Ὁ κόσμος σήμερα ἐπευφημεῖ πάμπολλα δείγματα ἐξαιρετικῆς “μεταποιητικῆς
ταχύτητος” τῆς κτιστότητάς του, πού ὅμως αὐτή ἡ ταχύτητα δέν σταματᾶ στά ὅρια
τῆς ἐπιστήμης, στά ὅρια τοῦ ἐξαιρετικοῦ τεχνητοῦ πολιτισμοῦ, στά ὅρια τῆς
γνώσης τοῦ (ἄλλοτε) ἄγνωστου γήινου, ὑπογήινου καί συμπαντικοῦ περιβάλλοντος.
Ἀλλά αὐτή ἡ “ταχύτητα” ἀνακατεύει σήμερα ―ναί, σήμερα― χίλιες-δυό ἀπάτες
θεοποίησης τῆς κτιστότητας, θεοποίησης κάθε εἴδους ἐξαπάτησης, θεοποίησης τῶν
παθῶν, θεοποίησης τῆς ἐκμετάλλευσης, θεοποίησης τοῦ κέρδους, παγανισμοῦ τοῦ
πληγιασμένου “ἐγώ” τῶν φτωχῶν τῆς προσωρινότητος καί τοῦ παθιασμένου “ὑπερεγώ”
τῶν διαχειριστῶν τῆς κοσμικότητος. Αὐτή ἡ αἴσθηση καί ἐκφιλοσόφηση περί τῶν
ἀνθρωπίνων δέν εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπό μιά ἀδυσσώπητη ἐμπλοκή στήν
κτιστότητά μας, δίχως ἀναπνοή διαφυγῆς ἀπό τήν ἀγνοημένη καί παρανοημένη
κτιστότητα. Ναί. Κατ᾽ οὐσίαν, ὁ παγκόσμιος πολύμορφος πολιτισμός εἶναι «ἱστορία
ματαιοπονούμενης διάρκειας”.
»Ὅμως ―βάσει τῆς βιβλικῆς καί πατερικῆς θεολογίας― ἡ κτιστότητα δέν εἶναι
τό ἅπαν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ κτιστότητα εἶναι ἡ ἀπροσδιόριστη ἁπτή μας ἰδιοσυστασία,
πού δέν ὑφίσταται ἀφ᾽ ἑαυτῆς οὔτε τελειοῦται ἀφ᾽ ἑαυτῆς. Δέν εἴμαστε “τό
κέντρο” οὐδέν κἄν τοῦ πλανήτη μας οὐδέ κἄν τοῦ ἑαυτοῦ μας. Πρέπει νά λυτρωθοῦμε
ἐπιτέλους ἀπό φιλοσοφίες αὐτοαναφορικές καί αὐτολυτρωτικές. Ἡ κτιστότητα πρέπει
νά μᾶς ἀναπέμψει ἐπιτέλους στόν Κτίστη, πιασμένους ἀπό τήν δική Του ἀνεξήγητη,
ἀπερινόητη, ἀκατάληπτη, δημιουργική καί κοσμοσωτήρια ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ. Ἡ Βρεφοκρατοῦσα
Παναγία μας εἶναι εἰκόνισμα αὐτῆς τῆς ἀκατάληπτης καί ἀκατάλυτης θείας
Φιλανθρωπίας. Ὁ Θεός-ἄνθρωπος, ὁ Θεός-σαρκούμενος, ὁ Θεός-συγκαταβαίνων, ὁ
Θεός-βρεφοκρατούμενος. Ἐκεῖ, σ᾽ Ἐκεῖνον περιχωρεῖται ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα. Μᾶς
βαστάζει Ἐκεῖνος, κι ἐμεῖς ἐλεηθήκαμε νά Τόν βαστάζουμε ἐνανθρωπήσαντα διά τῆς
Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἡ κτιστότητά μας πρέπει νά βιώνεται ὡς πεδίο κατάφασης καί
ἀναζήτησης τῆς ἐλεήμονος συγκατάβασης σέ μᾶς τοῦ Ἀκτίστου Θεοῦ…».
Παρακινημένοι ἀπό τήν τιμώμενη μνήμη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ,
θελήσαμε νά δώσουμε πάλι ἐννοήματα ὀρθοδόξου πίστεως καί ἐννοήματα σύγχρονου
προβληματισμοῦ, κατηχητικῆς σημασίας, στούς συνεορταστές τῆς τοπικῆς
ἐκκλησιαστικῆς ἑορτῆς γιά τήν θεοπρονόητη ἀνεύρεση τῆς κλαπείσης εἰκόνος τῆς
Παναγίας Γουμένισσας καί τήν ἐπανενθρόνισή της τό 1975.
ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ
Σύν Θεῷ ἐλεηθήκαμε νά τιμήσουμε πάλι τό ἀνοιξιάτικο πανηγύρι τῆς
Γουμένισσας. Ἀπό τό 1975 μέχρι σήμερα, μισός αἰώνας
ζωῆς, κάθε χρόνο αὐτή ἡ πρώτη τοπική Θεομητορική ἑορτή ἐπιμένει νά συναγείρει
τήν ἱστορική μας κωμόπολη, σημερινή “ἱστορική ἕδρα” τοῦ ἑνιαίου Δήμου Παιονίας,
περί τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γουμένισσας, μιά συνεχής ἐπιβεβαίωση τῆς
ἀμφίδρομης φερωνυμίας πολιούχου καί πόλεως.
Ὁ ἀνοιξιάτικος-πρῶτος ἑορτασμός τελεῖται κατά κανόνα τήν πρώτη Κυριακή μετά
τίς 3 Μαρτίου, μέ Ἀρχιερατική θεία Λειτουργία καί λιτανεία τῆς θαυματοβρύτου
εἰκόνος, σέ ἀνάμνηση τῆς ἀνευρέσεως τῆς Θεομητορικῆς εἰκόνος, μετά τήν κλοπή
καί τήν ἀπόπειρα φυγαδεύσεώς της τό Μάρτιο τοῦ 1975.
Πρίν μισόν αἰώνα, τότε, συλλογικές ἱκεσίες δακρύων, ἀτέλειωτες Παρακλήσεις
στον ἀποστερημένο Ναό Της, συναγερμός προσευχῆς ὅλης τῆς κωμοπόλεως καί τῆς
περιοχῆς, καρποφόρησαν τήν ἐπιτυχία τῶν ἐρευνῶν τῆς Ἀστυνομίας καί τήν ἀνεύρεση
τῆς θαυματοβρύτου Θεομητορικῆς εἰκόνος, τεμαχισμένης στά δύο καί φυλαγμένης σέ
κρυψώνα οἰκίας στό Πολύκαστρο. Πληροφορίες εἶχαν ὁδηγήσει τούς ἀστυνομικούς σέ
ἐπανειλημμένες ἄκαρπες ἔρευνες. Ὅμως, κατά τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐπικεφαλῆς
μοίραρχος Γεώργιος Μαρκόπουλος ἔνιωθε πολύ ἔντονη τήν αἴσθηση καί παρώθηση νά
μήν ἀποχωρήσει, ἀλλά νά ἐπιμένει στήν ἔρευνα ἐκείνου τοῦ σπιτιοῦ, μέχρι τήν
ἀνεύρεση τελικά. Ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, κάτι τόν κρατοῦσε “δεμένο”, ὥστε νά
συνεχίσει νά διερευνᾶ σ᾽ ἐκεῖνο τό σπίτι, μέχρι πού ὁδηγήθηκε να ἀνακαλύψει τό
ἱερότατο Θεομητορικό σέβασμα.
Ἐπακολούθησε ἡ ἐπίσημη ὑποδοχή καί ἐπανενθρόνιση τῆς ἱερῆς εἰκόνος, ἐπί
μακαριστοῦ Μητροπολίτου Πολυανῆς & Κιλκισίου Ἀμβροσίου ἀρχές Μαρτίου,
ἔκτοτε δέ καθιερώθηκε ἡ πρώτη κατ᾽ ἔτος λιτανεία, κατά κανόνα μετά τήν 3η
Μαρτίου, μέ χαρακτηριστικό ἔθος νά βαστάζεται ἡ λιτανευόμενη εἰκόνα ἀπό
Ἀστυνομικούς.
Στό φετινό πανηγύρι συμμετεῖχαν ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Γεώργιος
Γεωργαντᾶς, ὁ Δήμαρχος Παιονίας κ. Κωνσταντίνος Σιωνίδης, ὁ Πρόεδρος τοῦ
Δημοτικοῦ Συμβουλίου Παιονίας κ. Ἰωάννης Παντικίδης, ὁ Ἀντιδήμαρχος ΔΕ
Γουμένισσας κ. Εὐάγγελος Καπετάνης, ὁ Πρόεδρος τῆς Δ.Κ. Γουμένισσας κ.
Βασίλειος Καραδολάμης, ὁ Διοικητής τοῦ 33ου Μ/Κ Συντάγματος κ.
Μενέλαος Παπαδόπουλος, ὁ Ἀστυνομικός Διευθυντής Κιλκίς κ. Δημήτριος Ντέντας, ὁ
Διοικητής τῶν Π.Υ. Κιλκίς κ. Ἰωάννης Πολιτίδης, ὁ Δασάρχης Γουμένισσας κ.
Γεώργιος Φωτιάδης, ὁ Διοικητής τῆς Π.Υ. Γουμένισσας κ. Ἐλευθέριος Μελλίδης, ὁ
Διοικητής τοῦ Α.Τ. Γουμένισσας κ. Ἰωάννης Στρέζος, ὁ Διοικητής τοῦ Γ.Ν.
Γουμένισσας (Ὑποδιοικητής ΑΟΜ) κ. Νικόλαος Χατζηαντωνίου, ὁ πρ. Δήμαρχος
Γουμένισσας κ. Βασίλειος Πάτσης, ὁ Διευθυντής τοῦ Κέντρου Κοινωνικῆς Στήριξης
Κιλκίς κ. Ἀστέριος Τάτσης, διοικητικοί φορεῖς τοῦ Δήμου, ἄλλων Ὑπηρεσιῶν καί
τοπικῶν Συλλόγων.
Μετά τό πέρας τῆς λιτανείας ἡ Ἱερά Μονή δεξιώθηκε τούς συνεορταστές στό
περίστωο τοῦ ἱστορικοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας, καί ἡ Ἱερά Μητρόπολη δεξιώθηκε τίς
Ἀρχές στήν αἴθουσα ὑποδοχῆς τῆς Μητροπόλεως.
†Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου
Δημήτριος
ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟΥ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ
Ἀγαπητοί συμπανηγυριστές, ὅλοι οἱ ἔντιμοι ἐπώνυμοι τῆς Βουλῆς, τοῦ Δήμου,
τῆς Πολιτείας, τῶν Ἀρχῶν, τῶν Συλλόγων καί ὅλο τό εὐλαβικό πλήρωμα τῆς
Ἐκκλησίας·
ΗΡΘΑΜΕ ΟΛΟΙ μαζί στό “σήμερα” τῆς τοπικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑορτῆς καί στό
“ἐδῶ” αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ χώρου τῆς Ἑλλαδικῆς Παιονίας.
Ἤρθαμε νά πάρουμε ἀνάσα ζωῆς, αἰσιοδοξία ἐλπίδος, φώτιση Θεοῦ, κάθαρση
καρδιᾶς, μετάνοια ζωῆς, βίωση ἀμεσότητος τῆς συλλογικῆς προσωπικῆς μας σχέσης
μέ τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο Μαριάμ, τήν Μητέρα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ τῆς θεοκτισίας
μας, τοῦ σαρκωμένου Θεοῦ τῆς σωτηρίας μας, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Τήν βλέπουμε στήν εἰκονιστική Της παράσταση, πού δέν εἶναι ὁλότελα δική
Της. Γιατί ἐπί χρόνια καί αἰῶνες αὐτή ἡ εἰκονιστική παράσταση εἶναι δική Της
καί δική μας.
Τήν βλέπουμε καί τήν προσκυνοῦμε τιμητικά μέ εὐλαβικό δέος καί εὐλαβική
χαρά, ὡσάν τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ, πού πρωτοέγραψε τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Σωτήρα μας
καί Θεοῦ, ἐκεῖνον τόν διάλογο τῆς Παναγίας μέ τόν Ἀρχάγγελο: «Χαῖρε,
κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν… εὗρες γὰρ χάριν
παρὰ τῷ Θεῷ… καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα
αὐτοῦ Ἰησοῦν… καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος».
Καί ἀμέσως συνεχόμενα ἔγραψε ὁ Λουκᾶς τόν χαιρετισμό τῆς Ἐλισάβετ πρός τήν
Παναγία μας: «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας
σου… ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με» (Λουκ. κεφ. 1).
Ὁ Γαβριήλ ὁ ἀρχάγγελος (σταλμένος ἀπό Θεοῦ) καί ἡ
Ἐλισάβετ ἀπ᾽ ἀνθρώπων (ἐμπνευσμένη ἀπό τοῦ Θεοῦ) ―δύο
ἀντιπροσωπευτικοί ἐκφραστές ὅλης τῆς ἔλλογης κτίσης― ἦταν οἱ πρῶτοι μετά
τούς θεοπτικούς Προφῆτες πού “ζωγράφισαν” τήν μορφή τῆς Παναγίας μας! Τότε,
πού θέλησε ὁ Κύριος νά πραγματοποιήσει τέλεια τήν Χριστολόγηση τῆς ἀνθρώπινης
ἱστορίας, ἐγκαινιάζοντας τήν Χριστολογημένη ἐσχατολόγηση/ἀνακεφαλαίωση ὅλης τῆς
κτίσης.
Ἡ εἰκονιζόμενη Βρεφοκρατοῦσα Παναγία μας ὑπῆρξε καί παραμένει τό μοναδικό
ξεκίνημα τῆς ἀνασωσμένης πανανθρωπότητος.
Ὁ Σωτήρας Θεός σαρκωμένος καί ἡ Παναγία Μητέρα τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως.
Ἐκεῖνος ὁ προαιώνιος, πού θέλησε καί δημιουργηθήκαμε καί ὑπάρχουμε.
Ἐκείνη ἡ πανυπέραγνη, πού ὑπηρέτησε τήν θεανθρώπινη κοσμοσωτήρια παρουσία
Του.
***
ΔΕΝ ΣΤΕΚΟΜΑΣΤΕ στό ἐλάχιστο τῆς “φτωχικῆς” προσωρινῆς ἐνιστορίας μας.
Δέν Τήν εὐγνωμονοῦμε μόνο, πού τέτοιες μέρες τό 1975 θέλησε νά ξαναβρεθεῖ ἡ
κλαπεῖσα εἰκόνα Της, νά ἐπανενθρονισθεῖ καί νά μείνει παντοτινά δική μας.
Δέν Τήν ὑμνολογοῦμε μόνο, ἐπειδή (καί) σ᾽ αὐτήν τήν εἰκόνα ὡς ἀπό
“ἐπίκεντρη καρδιά” πληροδοτεῖται ἡ εὐλάβεια καί ἡ ἔμπνευσή μας.
Δέν Τήν ὑπερευγνωμονοῦμε, γιατί θέλησε (καί πρίν 34/35 χρόνια) ἔφτιαξε τό
σπιτικό Της, ὥστε νά εἶναι μητρόπολη ὅλης αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας.
Ἡ Παναγία μας ἡ Γουμένισσα ―καί μέ τίς τόσες φερωνυμίες Της στίς
ἄλλες κωμοπόλεις καί τά χωριά― εἶναι ἡ χαρά τῆς καρδιᾶς μας, ἡ ἐλπίδα τῆς
ψυχῆς μας, ἡ ἁγνότητα τῆς ζωῆς μας, ἡ σωφροσύνη τῆς κοινωνίας μας, ἡ ἔμπνευση
τῆς αἰσιοδοξίας μας, ἡ βεβαιότητα τῆς πίστης μας στόν ἀληθινό Θεό, πού δι᾽
Αὐτῆς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ σαρκώθηκε καί ἔγινε «ἡ ζωή καί ἡ ἀνάστασις ἡμῶν».
Αὐτή ἡ διαρκής μνημοσύνη τῶν εὐλαβικῶν αἰσθημάτων μας πρός τήν χριστολογία
τῆς Παναγίας μας, μᾶς χρειάζεται σήμερα πολύ, πάρα-πολύ σήμερα, ἰδίως σήμερα.
(1ον) Διότι σήμερα ―παρ᾽ ὅλην τήν πρόοδο τῆς γνώσης καί τῶν
μέσων διαχείρισης τοῦ πλανήτη― καταντοῦμε “πλάνητες” καί “ἄστεγοι” ἐμεῖς οἱ
εὐφυεῖς. Χάσαμε τήν αἴσθηση τῆς θεόσδοτης διαχείρισης καί νομίζουμε πώς εἴμεθα
ἐπικυρίαρχοι τοῦ φυσικοῦ κόσμου. “Ἐκπολεμούμεθα” ἀπό τόσες ἔκτακτες πληγές στό
“φυσικό” μας χῶρο ἐπιβίωσης ―κι ἐδῶ στήν Ἑλλάδα μας καί ὅπου γῆς― κι ἀκόμη δέν
μάθαμε τό μάθημα τοῦ ἀνθρώπινου χρόνου καί χώρου, ρόλου καί φόρου, πού μᾶς
ἀναλογεῖ ἐπί τῆς κτίσεως…
Ἡ Βρεφοκρατοῦσα Παναγία ἡ Γουμένισσα μᾶς θυμίζει πώς ἡ πανανθρωπότητα δέν
διακρατεῖ τήν ἀπεριόριστη ἐπικυριαρχία ἐπί τῆς φύσης. Μαθαίνουμε καί συνεχῶς
μαθαίνουμε, ἀλλά τελικά εἴμεθα “ἀδιάβαστοι μαθητές τῶν ὁρίων μας”. Ἡ ὑπέρβαση
τῶν ὁρίων μας εὑρίσκεται στήν αἴσθηση καί τήν κοινωνία τοῦ σαρκωμένου Θεοῦ μας,
πού ἐνανθρώπησε ἐκ Παρθένου.
•••
ΑΥΤΗ Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ μᾶς χρειάζεται σήμερα ἀκόμη πιό πολύ, γιά ἕνα (2ον) λόγο.
Γιά ἕνα ἱστορικό, διϊστορικό καί καταγνωστικό λόγο.
Ζοῦμε μιά περίοδο πολεμικῶν ἀναδιατάξεων στόν διεθνικό καί τόν περιφερειακό
μας ὁρίζοντα ―ἔστω κι ἄν δέν κινδυνεύει ἡ χώρα μας ἄμεσα, ἀλλά διακινδυνεύεται
πάντως ὁ Κυπριακός Ἑλληνισμός, ἡ οἰκονομία μας καί ἡ κοινωνική συνοχή καί
δυστυχῶς τά νέα δεδομένα μιᾶς νέας ἀπειλητικῆς ἐθνογενετικῆς δημογραφίας…
Μᾶς πρόλαβε εὐτυχῶς ὡσάν “καμπάνα ἐλπίδος” τό “Ἄγγελος πρωτοστάτης”, τό
“Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε”, τό “Τῇ Ὑπερμάχῳ”. Ὡς ποιήματα καί μελωδίες τοῦ
ἄφθαστου θεολογικοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ρωμηοσύνης, αὐτοί οἱ ὕμνοι μᾶς ἀνάγουν
στόν πολιτισμό τῆς ἱστορίας μας, πού κάποτε σέ ἀξεπέραστες συγκυρίες
μετακενώθηκε στή Βενετία καί στή δυτική Εὐρώπη, μεταδίδοντας τή ρωμαλεότητα
τοῦ ρωμαίηκου πολιτισμοῦ καί τόσα φῶτα φιλοσοφίας καί διαφωτισμοῦ στή Δύση.
Μήν τό ξεχνᾶμε· ὁ Δυτικός πολιτισμός τοῦ Μεσαίωνα καί τῆς Ἀναγέννησης, πού
―σέ εἰκοστή καί πλέον γενιά διαδοχῆς― ἔφθασε νά σαρώνει σήμερα (ἤ θέλει νά
σαρώσει πάλι) τήν παγκοσμιότητα τεχνοκρατικά καί ἐπικυριαρχικά, αὐτός ὁ
πολιτισμός ὑπῆρξε Ἀριστοτελικός στόν γενετικό πυρήνα του. Ἀπό μᾶς τόν
“δανείστηκε” ἡ οἰκουμένη, ἡ κόρη τῆς Εὐρώπης ἡ Ἀμερική, καί ἡ Εὐρωπαϊκή
Ἕνωση.
Σήμερα ―ἔτσι προχωράει ὁ κόσμος― ὑποκλινόμεθα σ᾽ αὐτούς πού εἰσέπραξαν πρίν
ἀπό αἰῶνες τό καλύτερο ἐμφιλοσοφημένο “μυαλό” καί τό μεταναστευτικό δυναμικό
μιᾶς οἰκουμενικῆς αὐτοκρατορίας, τῆς Ρωμηοσύνης.
Κι ἐμεῖς ―ὅπως ὅλος ὁ κόσμος βέβαια― συνεχίζουμε νά ἐπιδοτοῦμε μέ δικά μας
δυνατά μυαλά καί εὐφυέστατα στελέχη τήν τεχνοκρατική ἔκρηξη τῆς
τεχνητοποίησης τοῦ κόσμου, τοῦ ὁμογενοποιημένου τεχνικοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς
εἰσέτι πολύκεντρης ἐξουσίας. Εἰσπράττουμε ―καί συνεργοῦμε καταφάσκοντας―
τήν μοναδιαία τεχνοκρατική ἔκρηξη τῆς ψυχῆς τοῦ σύγχρονου κόσμου, τόν
μεταβολισμό τοῦ ἀνθρώπου ἀπό δημιουργό σέ ἐργαλεῖο τοῦ πολιτισμοῦ! Δουλεύοντας
στό παγκόσμιο συστημικό πρόταγμα καταξίωσης, στήν ὀλιγαρχία ἐπί τῶν παγγηΐνων
ἐνεργειακῶν πόρων, στήν ὀλιγαρχία τοῦ κέρδους.
•••
ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΤΕ, δέν γίνεται κι ἀλλιῶς. Ἔτσι πορευόταν ἀνέκαθεν ἡ ἱστορία.
Τά καταφάσκουμε ὅμως ὅλα αὐτά κι ἐμεῖς στήν περιφερειακή χώρα μας, σάν κάτι
ἀποκλειστικό καί μοναδικό, ὡς τελειότατο δεῖγμα πανανθρώπινης ἰδιοσυστασίας.
Καί ―προκειμένου νά διαφύγουμε κάπως ψευδαισθησιακά ― καταφάσκουμε τόσες
διαφυγές “ὁλιστικῶν ψευδαισθήσεων” κι ἀπό Δύση κι ἀπό Ἀνατολή. Μιά παλινδρόμηση
κτιστότητας, μιά παλινδρόμηση αὐτο-αναφορᾶς, μιά παλινδρόμηση πτωτικότητας,
ἔστω κι ἄν διαφημίζεται ντυμένη μέ διαφημιστική καί καταιγιδική ἔξαρση.
Ὁ κόσμος σήμερα ἐπευφημεῖ πάμπολλα δείγματα ἐξαιρετικῆς “μεταποιητικῆς
ταχύτητος” τῆς κτιστότητάς του, πού ὅμως αὐτή ἡ ταχύτητα δέν σταματᾶ στά ὅρια
τῆς ἐπιστήμης, στά ὅρια τοῦ ἐξαιρετικοῦ τεχνητοῦ πολιτισμοῦ, στά ὅρια τῆς
γνώσης τοῦ (ἄλλοτε) ἄγνωστου γήινου, ὑπογήινου καί συμπαντικοῦ περιβάλλοντος.
Ἀλλά αὐτή ἡ “ταχύτητα” ἀνακατεύει σήμερα ―ναί, σήμερα― χίλιες-δυό ἀπάτες
θεοποίησης τῆς κτιστότητας, θεοποίησης κάθε εἴδους ἐξαπάτησης, θεοποίησης τῶν
παθῶν, θεοποίησης τῆς ἐκμετάλλευσης, θεοποίησης τοῦ κέρδους, παγανισμοῦ τοῦ
πληγιασμένου “ἐγώ” τῶν φτωχῶν τῆς προσωρινότητος καί τοῦ παθιασμένου “ὑπερεγώ”
τῶν διαχειριστῶν τῆς κοσμικότητος.
•••
ΑΥΤΗ Η ΑΙΣΘΗΣΗ καί ἐκφιλοσόφηση περί τῶν ἀνθρωπίνων δέν εἶναι τίποτε
περισσότερο ἀπό μιά ἀδυσσώπητη ἐμπλοκή στήν κτιστότητά μας, δίχως ἀναπνοή
διαφυγῆς ἀπό τήν ἀγνοημένη καί παρανοημένη κτιστότητα.
Ναί. Κατ᾽ οὐσίαν, ὁ παγκόσμιος πολύμορφος πολιτισμός εἶναι «κουλτούρα
πτώσεως», «ἱστορία ματαιοπονούμενης διάρκειας”.
Ὅμως ―βάσει τῆς βιβλικῆς καί πατερικῆς θεολογίας― ἡ κτιστότητα δέν εἶναι τό
ἅπαν τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ κτιστότητα εἶναι ἡ ἀπροσδιόριστη ἁπτή μας ἰδιοσυστασία, πού δέν ὑφίσταται
ἀφ᾽ ἑαυτῆς οὔτε τελειοῦται ἀφ᾽ ἑαυτῆς. Δέν εἴμαστε “τό κέντρο” οὐδέν κἄν τοῦ
πλανήτη μας οὐδέ κἄν τοῦ ἑαυτοῦ μας. Πρέπει νά λυτρωθοῦμε ἐπιτέλους ἀπό
φιλοσοφίες αὐτοαναφορικές καί αὐτολυτρωτικές.
Ἡ κτιστότητα πρέπει νά μᾶς ἀναπέμψει ἐπιτέλους στόν Κτίστη, πιασμένους ἀπό
τήν δική Του ἀνεξήγητη, ἀπερινόητη, ἀκατάληπτη, δημιουργική καί κοσμοσωτήρια
ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ.
Ἡ Βρεφοκρατοῦσα Παναγία μας εἶναι εἰκόνισμα αὐτῆς τῆς ἀκατάληπτης καί
ἀκατάλυτης θείας Φιλανθρωπίας. Ὁ Θεός-ἄνθρωπος, ὁ Θεός-σαρκούμενος, ὁ
Θεός-συγκαταβαίνων, ὁ Θεός-βρεφοκρατούμενος. Ἐκεῖ, σ᾽ Ἐκεῖνον περιχωρεῖται ὅλη
ἡ ἀνθρωπότητα. Μᾶς βαστάζει Ἐκεῖνος, κι ἐμεῖς ἐλεηθήκαμε νά Τόν βαστάζουμε διά
τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
•••
Η ΚΤΙΣΤΟΤΗΤΑ μας πρέπει νά βιώνεται ὡς πεδίο κατάφασης καί ἀναζήτησης τῆς
ἐλεήμονος συγκατάβασης σέ μᾶς τοῦ Ἀκτίστου Θεοῦ.
Ἡ ὀμορφιά τῆς κτιστότητάς μας εἶναι ἡ χαρίτωσή μας ἀπό την θεία χάρη
τοῦ προσώπου τοῦ σαρκωμένου Θεοῦ μας.
Ἡ δύναμη τῆς κτιστότητάς μας εἶναι τό δικαίωμα (θεόσδοτο παρά τοῦ
Τριαδικοῦ Θεοῦ) νά Τόν ἀγαποῦμε “ἐξ ὅλης ψυχῆς καί καρδίας καί ἰσχύος καί
διανοίας”. Διότι μόνον τότε θά γινόμαστε ἀνθρωπινότεροι, ἀληθινότεροι,
ἁπλούστεροι, καθαρότεροι, ἁγνότεροι, σωφρονέστεροι, τελειότεροι, πληρέστεροι,
εἰλικρινέστεροι (καί ἀπέναντι στό συνάνθρωπο).
Ἡ ὑπέρβαση τῆς κτιστότητάς μας δέν βρίσκεται σέ καμιά ἀπατηλή
αὐτολατρεία, ἀλλά στή λατρεία τοῦ ζῶντος Θεοῦ, στή λατρευτική μας ἕνωση μέ τόν
σαρκωθέντα προσωπικό Θεό, πρός τήν ὁποία μᾶς καθοδηγεῖ ἡ μακραίωνη παραδοσιακή
μας εὐλάβεια πρός τήν Μητέρα τῆς θείας ἐνανθρωπήσεώς Του.
Εὔχομαι νά συνέχει τό νοῦ καί τήν καρδιά μας αὐτή ἡ αἴσθηση καί ἡ ἐργασία
τῆς ταπεινοφροσύνης (πού ξαναβρίσκει τήν θεόκτιστη καί
χριστολογημένη ὀμορφιά τοῦ ἀνθρώπινου μεγαλείου)…
τῆς ἀποφασιστικότητας (πού ἔχει τή δύναμη τῆς χριστολογημένης
ἐλπίδας)…
τῆς χαριτωμένης μετάνοιας (πού ξεκλειδώνει τήν αὐτολατρεία καί
τρέχει ἐπιστρεπτικά πρός τόν Κύριό μας)…
τῆς βαθειᾶς πίστης (πού καταφρονεῖ τίς κενές ἀπάτες τῶν
ὑβριδικῶν κολάσεων καί ἐκκλησιάζεται/κοινωνεῖ τόν σαρκωμένο Θεό)…
τῆς διά τόν Χριστόν καί ἐν Χριστῷ καί εἰς Χριστόν καθαιρόμενης καρδιᾶς.
•••
ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ, γεννηθήκαμε κτιστοί, περιορισμένοι, προσωρινοί, δέν εἴμεθα
αὐθύπαρκτοι.
Μήν παγιδευόμεθα σέ νοοτροπίες, σέ φιλοσοφίες, σέ πρακτικές, σέ καθημερινές
περιπλανήσεις μακράν τοῦ ζῶντος Θεοῦ.
Ὁ Θεός πού μᾶς ἔπλασε, μᾶς θέλει μετόχους τῆς δικῆς Του προσωπικῆς
παρουσίας, τῆς δικῆς Του προσωπικῆς αἰωνιότητος.
Μᾶς ἔπλασε καί μᾶς “ξαναέπλασε” μέ προεγνωσμένο θεανθρώπινο πρότυπο τόν
ὑπεραιώνιο ἀχώρητο θεϊκό ἑαυτό Του, αὐτόν πού σαρκωμένο ἐν χρόνῳ καί χώρῳ Τόν
βλέπουμε νά Τόν βαστάζει ἡ Παναγία μας ἡ Γουμένισσα.
Εἶναι ἡ προαιώνια ἐγνωσμένη καί ἱστορικά ἀποκαλυφθεῖσα κατάφασή Του σέ μᾶς,
καί ἡ ἐκκλησιαστική μας κατάφαση στήν σωτήρια οἰκονομία Του.
† Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως &
Πολυκάστρου Δημήτριος


















Δεν υπάρχουν σχόλια