Του
Μανώλη Κοττάκη
Η
διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος και οι θεσμικές αλλαγές ιστορικά
συνδέονται με δύο ειδών ανάγκες: με τις ανάγκες της χώρας στο νέο περιβάλλον,
εσωτερικό και διεθνές, και με τις ανάγκες της εκάστοτε κυβερνητικής
πλειοψηφίας, η οποία σε ορισμένες ιστορικές στροφές της πατρίδας μας ανέμισε το
Σύνταγμα της χώρας και τις αλλαγές στους θεσμούς σαν σημαία για να συσπειρώσει
ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις γύρω της.
Το
Σύνταγμα του 1974 του Κωνσταντίνου Καραμανλή προσάρμοσε τη χώρα στις ανάγκες
της μεταπολιτευτικής περιόδου και ιδιαίτερα στην ανάγκη χάραξης μιας βαθιάς
διαχωριστικής γραμμής με τη διεφθαρμένη και ασταθή Ελλάδα της προδικτατορικής
περιόδου. Έπρεπε να ακυρώσει τις έξωθεν παρεμβάσεις και να διαγράψει τις αιτίες
που οδήγησαν στη φθορά και κατάρρευση της δημοκρατίας σε συνθήκες ελευθερίας.
Ήταν μία στιγμή οριακή για το πολίτευμα, το οποίο μετετράπη από βασιλευόμενη σε
προεδρευόμενη δημοκρατία. Μέσα στο corpus του Συντάγματος διέκρινε κανείς τις
αγωνίες των συντακτών του να απαλλαγούν από όλες τις παθογένειες που οδήγησαν
την πατρίδα μας στην εκτροπή, στη δικτατορία και στην εθνική τραγωδία με τον
διαμελισμό της Κύπρου.
Το
Σύνταγμα του 1986 με την αναθεώρηση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της
Δημοκρατίας είχε φωτογραφικό χαρακτήρα. Υπηρετούσε τις εκλογικές ανάγκες της
στιγμής του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και στόχευε ευθέως στο πρόσωπο του
Κωνσταντίνου Καραμανλή ως προέδρου της Δημοκρατίας και ρυθμιστού του
πολιτεύματος. Η αφαίρεση των κρίσιμων αρμοδιοτήτων από τον Πρόεδρο της
Δημοκρατίας δημιούργησε αντιδεξιά ατμόσφαιρα, συνετέλεσε στην εκλογική νίκη του
ΠΑΣΟΚ και γέννησε την πρωθυπουργοκεντρική δημοκρατία. Την κατάργηση της
εξισορρόπησης των εξουσιών και τελικώς έναν ανεξέλεγκτο πρόεδρο κυβερνήσεως που
χωρίς έλεγχο καταχρέωσε τη χώρα. Η μήτρα της χρεοκοπίας της πατρίδας μας μπορεί
να ανιχνευτεί στην αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986.
Η
αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001 επί κυβερνήσεως Σημίτη στόχευσε και αυτή
στο να θεσπίσει κανόνες που θα προστάτευαν το τότε πολιτικό και οικονομικό
κατεστημένο. Το πολιτικό κατεστημένο, με την αλλαγή του άρθρου 86 περί ευθύνης
υπουργών, με το οποίο αφαιρέθηκε από τους εισαγγελείς η αρμοδιότητα να
διερευνούν μέχρι τέλους ως φυσικοί δικαστές υποθέσεις σκανδάλων στις οποίες
εμπλέκονταν υπουργοί του ΠΑΣΟΚ και να αποστέλλουν τον φάκελο με τα διαγραφόμενα
αδικήματά τους στο Κοινοβούλιο. Το οικονομικό κατεστημένο διευκολύνθηκε με τη
νομοθέτηση του άρθρου 14 για τον βασικό μέτοχο, το οποίο υποθετικά ερχόταν να
αντιμετωπίσει πλείστα όσα ασυμβίβαστα μεταξύ εργολάβων, επιχειρηματιών,
προμηθευτών του Δημοσίου και ιδιοκτητών ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης. Στην
πραγματικότητα όμως για να τα διευκολύνει. Λίγο πριν από τις εκλογές του 2004
το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να συσπειρώσει κοινωνικές
δυνάμεις, άνοιξε ζήτημα υιοθέτησης του γερμανικού συστήματος του εκλογικού
νόμου σταυρού λίστας, ενώ κατάθεσε σε διάλογο και την περίφημη χάρτα σύγκλισης
που είχαν συντάξει τότε ο αείμνηστος Νίκος Θέμελης και ο Νίκος Χριστοδουλάκης.
Οι απόπειρές του αυτές στέφθηκαν από αποτυχία.
Το
2007 ο Κώστας Καραμανλής με την πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος για τα μη
κρατικά πανεπιστήμια, τη νομοθεσία για το περιβάλλον και την ψήφο των αποδήμων
προσπάθησε να τοποθετήσει τη χώρα στον τότε νέο διεθνή συσχετισμό. Ελλείψει
συναίνεσης από το ΠΑΣΟΚ η πρόταση αυτή κατέρρευσε και το μόνο που απέμεινε ήταν
η κατάργηση του επαγγελματικού ασυμβίβαστου για τους βουλευτές.
Με
την πρωτοβουλία που έλαβε χθες με το διάγγελμά του ο πρωθυπουργός συμβαίνει το
οξύμωρο: πράγματι η χώρα χρειάζεται νέο καταστατικό χάρτη που να ικανοποιεί τις
προτεραιότητες της πατρίδας μας στον νέο συγκλονιστικό κόσμο που ανατέλλει και
να δημιουργεί τους ικανούς οικονομικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς που θα της
δώσουν ώθηση.
Ωστόσο
στην πραγματικότητα ο κύριος Μητσοτάκης με τη διαδικασία αναθεώρησης του
Συντάγματος έθεσε έναν προφανή προσωπικό εκλογικό στόχο: Να συσπειρώσει το
μάξιμουμ των φιλελεύθερων και κεντρώων δυνάμεων γύρω από την ηγεσία του εν όψει
των διαγραφομένων εκλογών, οι οποίες -κατά τα φαινόμενα- επισπεύδονται για το
φθινόπωρο.
Το
Σύνταγμα προφανώς έχει ανάγκη αναθεώρησης και αυτή τη φορά μάλιστα μιας
ιστορικής αναθεώρησης που θα έπρεπε να αγγίξει τα θεμέλια του πολιτεύματος,
καθώς η πίεση για τη μεταρρύθμισή του έρχεται για πρώτη φορά απευθείας από τον
ίδιο το λαό. Δεν είναι κλειστή νομική διαδικασία τεχνικού χαρακτήρα.
Αν
στο παρελθόν συγκλόνισαν τους δρόμους και τις πλατείες των Αθηνών τα συνθήματα
για το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος, το 114, σήμερα, που υπάρχει γενικευμένη
αίσθηση ότι η διαφθορά κυβερνά το Δημόσιο, έρχεται από τα κάτω ως λαϊκή
απαίτηση το αίτημα για αλλαγή του άρθρου 86. Η πλήρης κατάργηση του άρθρου 86
αυτή τη στιγμή και η ανάθεση της έρευνας ποινικών ευθυνών πολιτικών από την
αρχή ως το τέλος σε δικαστές είναι ο εφιάλτης του πολιτικού συστήματος μέσα σε
μια ατμόσφαιρα που απαιτείται ριζική αλλαγή για όλους τους θεσμούς, της
δικαιοσύνης περιλαμβανομένης.
Εμείς
θα προσθέταμε όμως και της ίδιας της δομής του πολιτεύματος, καθώς η
προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία από το 1985 και μετά, με ορισμένες
εξαιρέσεις (Καραμανλής, Στεφανόπουλος, Παυλόπουλος) απέτυχε ως ρυθμιστής, καθώς
η προεδρική εξουσία, ιδίως από το 2019 και μετά (μονοκομματικός Πρόεδρος με την
τότε αναθεώρηση της ΝΔ), ουσιαστικά είναι παράρτημα της κυβερνητικής εξουσίας.
Η αναθεώρηση του 2019 για εκλογή Προέδρου με απλή πλειοψηφία των 151 είναι
συμπλήρωμα της αναθεώρησης του 1986 του Ανδρέα Παπανδρέου. Πρώτα αφαιρέθηκαν οι
αρμοδιότητες από τον ανώτατο άρχοντα, έπειτα το διακομματικό κύρος και η
ανεξαρτησία.
Αν
και επιφυλασσόμαστε να μελετήσουμε με προσοχή σε όλο της το εύρος την παρέμβαση
που ανακοίνωσε χθες ο πρωθυπουργός όταν θα διαμορφωθεί το τελικό κείμενο της
πρότασης της Ν.Δ., αισθανόμαστε, με βάση την πληροφόρηση που έχουμε από τον
περασμένο Νοέμβριο και σας τη μεταφέραμε εγκαίρως, ότι η βασική προτεραιότητα
του κυρίου Μητσοτάκη στον δρόμο προς τις εκλογές είναι να χρησιμοποιήσει, όπως
ο Ανδρέας Παπανδρέου, το Σύνταγμα για να υπηρετήσει τους συγκυριακούς
εκλογικούς του στόχους.
Ως
ύστατη προσπάθεια για να ανασυστήσει το απογοητευμένο φιλελεύθερο Κέντρο ως
μεταρρυθμιστικό μέτωπο απέναντι στις δυνάμεις της λεγόμενης στασιμότητας.
Και
στο πλαίσιο αυτό θα εντάξει και ρυθμίσεις που θα αλλάξουν τις δομές της
οικονομίας, όπως η απαγόρευση των κρατικοποιήσεων, οι οποίες με το Σύνταγμα του
1974 ήταν ο μοχλός στα χέρια της τότε κυβέρνησης για να ανακτήσει τον έλεγχο
της οικονομίας από την κρατικοδίαιτη διαπλοκή της εποχής.
Το
πρόβλημα είναι ότι από το 2019 που η κυβέρνηση επιχείρησε την πρώτη παρέμβαση
της στο Σύνταγμα μέχρι τώρα έχει τρέξει πάρα πολύ νερό στ’ αυλάκι. Φυσούν πάρα
πολύ ισχυροί άνεμοι στην κοινωνία και στην ατμόσφαιρα και οι διατάξεις τις
οποίες φέρνει προς συζήτηση η κυβέρνηση για τους θεσμούς μάλλον υπολείπονται
αυτών της μεγάλης λαϊκής απαίτησης.
Το
πολιτικό σύστημα αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να τα φέρει εις πέρας αν δεν δώσει
απαντήσεις στο αίτημα για την έξοδο από την ηθική χρεοκοπία της χώρας, ωστόσο
για την προστασία του εαυτού του και των μελών του προωθεί ρυθμίσεις οι οποίες
αναγνωρίζονται ως ημίμετρα από τους πολίτες.
Δεν
είναι απάντηση στην ατιμωρησία διεφθαρμένων πολιτικών η διατήρηση της προνομίας
του πολιτικού κόσμου να αποφασίζει ο ίδιος μέσω της Βουλής αν θα διώκει τον
εαυτό του, ακόμη και αν αφεθούν ελεύθεροι να ελέγχουν στην προανάκριση τους
υπουργούς οι εισαγγελείς.
Δεν
είναι απάντηση στο αίτημα να μη διορίζει το υπουργικό συμβούλιο τους ανώτατους
δικαστές η όποια επιφανειακή βελτίωση της ισχύουσας διάταξης.
Το
Σύνταγμα είναι κάτι πιο μόνιμο από τους περιστασιακούς τακτικισμούς του
εκάστοτε πρωθυπουργού.
Το
Σύνταγμα δεν είναι σημαία ευκαιρίας για τη μείωση των πολιτικών απωλειών ενός
κόμματος, αλλά θεσμός ανόρθωσης της πατρίδας μας.
Σε
κάθε περίπτωση: Τα λαϊκά αντίμετρα είναι ισχυρότερα από τα θεσμικά ημίμετρα.


















Δεν υπάρχουν σχόλια