Του Απόστολου
Αποστόλου*
Υπάρχουν χώρες που
φορούν προσωπεία για να ξεγελάσουν την Ιστορία. Κι υπάρχουν άλλες -η δική μας-
που τα φορούν για να ξεγελάσουν τον εαυτό τους. Εδώ οι Απόκριες δεν είναι
εορτή, είναι καθεστώς. Δεν λήγουν με το κάψιμο του καρνάβαλου, απλώς
μετακομίζουν από την πλατεία στο κοινοβούλιο, από το μπαλκόνι στο στούντιο, από
την κάλπη στο πάνελ.
Οι πολιτικοί
αρλεκίνοι κάνουν υπερωρίες. Δεν ιδρώνουν, γυαλίζουν. Δεν μιλούν, εκφωνούν. Δεν
κυβερνούν, σκηνοθετούν. Και οι δημοσιογραφικοί χαρταετοί, με ουρές
αριστεροδέξιες, πλουμιστές και ελαστικές, υψώνονται στον άνεμο που φυσούν τα
αφεντικά τους. Φιλούν χέρια αόρατα, λειαίνουν γωνίες, βαφτίζουν το ψέμα
«ρεαλισμό» και την παρακμή «μεταρρύθμιση».
Κάπου ανάμεσα, οι
θορυβοποιοί της πλέμπας εκείνοι οι επαναστάτες της τελειωμένης
επανάστασης, που κτίζουν καριέρες πάνω στην αφέλεια των πολλών. Πουλούν οργή με
το κιλό, ελπίδα με δόσεις, και συνείδηση σε πακέτο προσφοράς.
Και τότε
αναρωτιέται κανείς: ποιος είπε ότι οι Απόκριες τελειώνουν ποτέ σε αυτή τη χώρα;
Ι. Οι Αρλεκίνοι της Εξουσίας
Η πολιτική μας
σκηνή θυμίζει θίασο περιοδεύοντα. Σκηνικά που εναλλάσσονται, ρόλοι που
ανακυκλώνονται, μα το έργο είναι το ίδιο: μια φάρσα με τίτλο «Εθνική Σωτηρία».
Οι ηθοποιοί αλλάζουν κοστούμια, όχι χαρακτήρα. Σήμερα πατριώτες, αύριο
εκσυγχρονιστές, μεθαύριο αντισυστημικοί, κι όλα αυτά με την ίδια φωνή, το ίδιο
βλέμμα, το ίδιο ταμείο.
Ο λόγος τους είναι
ξύλινος, μα καίει. Όχι από αλήθεια αλλά από τριβή. Τρίβεται πάνω στην
πραγματικότητα μέχρι να τη λιώσει. Οι υποσχέσεις τους μοιάζουν με
πυροτεχνήματα: λάμπουν φευγαλέα, πέφτουν σιωπηλά, αφήνουν καπνό.
Δεν είναι τυχαίο
που η ελληνική γραμματεία γέννησε μορφές σαν τον «πίθηκο Ξούθ» (του Ιάκωβου
Πιτζιπίου), μια φιγούρα που καθρεφτίζει τον μιμητισμό και την πολιτική
γελοιότητα με σαρδόνιο χαμόγελο. Ούτε που ο «Πολυπαθής» του Γρηγόριου
Παλαιολόγου κουβαλά στις πλάτες του την τραγωδία ενός έθνους που παθαίνει, μα
δεν μαθαίνει.
Οι αρλεκίνοι της
εξουσίας δεν είναι απλώς γελοίοι, είναι επικίνδυνοι. Διότι η γελοιότητα, όταν
αποκτήσει εξουσία, μετατρέπεται σε σύστημα. Και τότε η φάρσα γίνεται
κανονικότητα.
ΙΙ. Οι Χαρταετοί της Ενημέρωσης
Η δημοσιογραφία,
άλλοτε ήταν λειτούργημα, σήμερα είναι ταμείο. Οι χαρταετοί της ενημέρωσης
δεν πετούν από ιδανικά, πετούν από συμφέρον. Η ουρά τους, άλλοτε κόκκινη,
άλλοτε γαλάζια, ανεμίζει αναλόγως του καιρού.
Στα παράθυρα των
δελτίων η αλήθεια τεμαχίζεται σε soundbite. Η σκέψη συμπιέζεται σε τίτλο. Η
ουσία θυσιάζεται στον βωμό της τηλεθέασης. Και οι δημοσιογράφοι –
διαμεσολαβητές έγιναν δημοσιογράφοι – διαχειριστές: διαχειριστές φόβου, θυμού,
ελπίδας.
Και έτσι το κοινό,
αντί να ενημερώνεται, εκπαιδεύεται. Όχι στην κριτική σκέψη, αλλά στην
καταναλωτική αντίδραση. Πατά «like», καταπίνει αφήγημα, αναπαράγει σύνθημα.
Ο χαρταετός, όμως,
όσο ψηλά κι αν φτάσει, παραμένει δεμένος. Κάποιος κρατά το σκοινί.
ΙΙΙ. Οι Επαναστάτες της Τελειωμένης Επανάστασης
Υπάρχει και η άλλη
όχθη: οι επαγγελματίες της αγανάκτησης. Εκείνοι που εμπορεύονται την
αντισυστημικότητα, όπως άλλοι εμπορεύονται τα απορρυπαντικά. Φωνάζουν για να
ακούγονται, όχι για να πουν κάτι και το βράδυ μετρούν τα likes τους σαν να
μετρούν προβατάκια για να τους πάρει ο ύπνος.
Βέβαια η
επανάστασή τους έχει ημερομηνία λήξης, συνήθως την ημέρα που θα αποκτήσουν
γραφείο στη Βουλή. Τότε η ρητορεία τους μαλακώνει, οι γωνίες στρογγυλεύουν, τα
«ποτέ» γίνονται «ίσως».
Ο λαός,
κουρασμένος, διψασμένος για σωτήρες, τους πιστεύει. Κι όταν απογοητεύεται,
στρέφεται στον επόμενο. Έτσι η χώρα περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της σαν
σβούρα, γυρίζει, ζαλίζεται, αλλά δεν προχωρά.
IV. Η Παρακμή ως Θέαμα
Έτσι λοιπόν, η
πολιτική μας παρακμή δεν είναι κρυφή, είναι τηλεοπτική. Μεταδίδεται ζωντανά, με
γραφικά και με υπότιτλους. Όλα έτσι και αλλιώς όπως μας έλεγε ο αυτόχειρας Γκυ
Ντεμπόρ έχουν γίνει θέαμα, κι εμείς θεατές.
Είναι γεγονός ότι
στη χώρα όπου γεννήθηκε η τραγωδία, η φάρσα κυριαρχεί. Η σοβαρότητα
θεωρείται ύποπτη, ενώ η επιπολαιότητα χαριτωμένη. Οι λέξεις φθείρονται από την
κατάχρηση: «μεταρρύθμιση», «ανάπτυξη», «δικαιοσύνη». Λέξεις – κουρέλια, που
άλλοτε σήμαιναν κάτι.
Οι σκηνές στη
σύγχρονή μας φάρσα δεν χρειάζονται σχολιαστές,
αυτοαποκαλύπτονται. Οι μικροί ηγεμόνες παίζουν με μεγάλα λόγια και με μικρές
προθέσεις, μπερδεύουν την πόζα με το ήθος και την κραυγή με το επιχείρημα.
Εξάλλου η ειρωνεία δεν έρχεται απ’ έξω, αναβλύζει από τα ίδια τους τα
έργα. Κάθε τους δήλωση κουβαλά το αντίθετό της, κάθε τους υπόσχεση τη διάψευσή
της. Δεν χρειάζεται σατιρικός καθρέφτης, αρκεί η πραγματικότητα, που τους
ξεγυμνώνει χωρίς φωνές και χωρίς χειροκρότημα.
V. Ποιος Κρατά τη Χώρα;
Αυτός που κρατά τη
χώρα είναι ένας εσμός από ξέφτια, αλλά τα ξέφτια δεν υφαίνουν, ξεφτίζουν. Και
το ύφασμα της κοινωνίας μας, φθαρμένο από ιδιοτέλεια και απάθεια, κινδυνεύει να
γίνει κουρέλι.
Δεν φταίνε μόνο οι
αρλεκίνοι, φταίνε κι όσοι χειροκροτούν. Δεν φταίνε μόνο οι χαρταετοί, φταίνε κι
όσοι κοιτούν ψηλά χωρίς να βλέπουν το σκοινί. Η δημοκρατία δεν καταρρέει από
προδοσία μόνο. Καταρρέει κι από αδιαφορία.
Κι έτσι, οι
Απόκριες συνεχίζονται. Με άλλο σκηνικό, άλλους φωτισμούς, ίδιους ρόλους.
Εξάλλου ο καρνάβαλος δεν καίγεται. Εκλέγεται. Η μάσκα δεν πέφτει,
μονιμοποιείται.
Όμως κάθε μάσκα,
όσο επιδέξια κι αν φορεθεί, αφήνει μια χαραμάδα. Κι από εκεί περνά το φως, αν
υπάρχει μάτι να το δει.
Η χώρα δεν
χρειάζεται άλλους αρλεκίνους ούτε νέους χαρταετούς. Χρειάζεται πολίτες που να
αντέχουν την αλήθεια χωρίς μακιγιάζ. Που να μην τρομάζουν από τη γύμνια της
πραγματικότητας. Που να απαιτούν έργο αντί για παράσταση.
Μέχρι τότε;
Καλές Απόκριες.
Και του χρόνου – με λιγότερες μάσκες.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα
Δημοσιογραφίας και Διεθνών Δημοσίων Σχέσεων του Πανεπιστημίου Federiciana Ρώμης


















Δεν υπάρχουν σχόλια