Γράφει ο Γιώργος Στεφούδης.
Στον ξεχωριστό
κόσμο του ΝΒΑ λίγοι παίκτες κατέχουν περίοπτη θέση. Οι απαιτήσεις του
αμερικανικού μπάσκετ είναι υψηλές και όποιος επιχειρήσει να ανταποκριθεί σε
αυτές θα πρέπει να διαθέτει ταλέντο, υπομονή και όρεξη για σκληρή δουλειά.
Οι Αμερικανοί παίκτες, όπως είναι λογικό, προσαρμόζονται πιο
εύκολα στις ανάγκες του ΝΒΑ, σε σχέση με τους Ευρωπαίους. Δεν είναι μόνο θέμα
προσόντων, αλλά και νοοτροπίας. Σε κάθε κανόνα, όμως, υπάρχουν και οι
εξαιρέσεις. Η αγορά του ΝΒΑ έχει ανοίξει τα τελευταία χρόνια και έχει αποδεχθεί
την «αφρόκρεμα» του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Οχι σε ρόλο κομπάρσου, αλλά
πρωταγωνιστή.
Το 1985, η επιλογή των Ντάλας Μάβερικς στο νούμερο 8 των ντραφτ
προκάλεσε ποικίλα σχόλια. Ηταν ο Γερμανός Ντέτλεφ Σρεμπφ και μόνο η εθνικότητά
του προκαλούσε... ανησυχίες. Ο Σρεμπφ δεν είχε αγωνιστεί ποτέ στην Ευρώπη,
γεγονός που τον έκανε να προσαρμοστεί πιο εύκολα στο ΝΒΑ. Οι πρώτες χρονιές στο
Ντάλας ήταν δύσκολες, αλλά όταν μετακόμισε στην Ιντιάνα, έδειξε την ποιότητά
του. Παρ' ότι λογιζόταν ως ο «6ος παίκτης» των Πέισερς και αργότερα των Σούπερ
Σόνικς, κατάφερνε να αγωνίζεται πάνω από 35 λεπτά σε κάθε παιχνίδι έχοντας
διψήφιο μέσο όρο πόντων. Αγωνίστηκε 17 χρόνια στο ΝΒΑ με μ. ό. 13,9 πόντους
στην κανονική περίοδο και 12,6 στα πλέι οφ.
Το 1988 ήρθε ακόμη μία παρόμοια έκπληξη από τον πανύψηλο (2,24
μ.) Ολλανδό Ρικ Σμιτς. Οι Πέισερς τον επέλεξαν στο νούμερο 2 των ντραφτ και
αυτός τους δικαίωσε. Στη δωδεκαετή παρουσία του στην Ιντιάνα, είχε μ. ό. 14,8
πόντους, τόσο στην κανονική διάρκεια όσο και στα πλέι οφ.
Τα επόμενα χρόνια ήρθε η σειρά των παικτών που πρωταγωνιστούσαν
στα ευρωπαϊκά παρκέ. Ηταν η γενιά του Βλάντε Ντίβατς, του Σαρούνας
Μαρτσουλιόνις, του Τόνι Κούκοτς, του Αρβιντας Σαμπόνις, του Ντράζεν Πέτροβιτς.
Ολοι τους πέρασαν διστακτικά τον Ατλαντικό και αρχικά δυσκολεύτηκαν, αφού
έπρεπε να συνηθίσουν ένα δεύτερο ρόλο σε σχέση με αυτόν που κατείχαν στις
ομάδες τους στην Ευρώπη. Οι Μαρτσουλιόνις, Πέτροβιτς και Ντίβατς τόλμησαν να
κάνουν το μεγάλο βήμα την ίδια χρονιά: το 1989. Ο πρώτος για τους Ουόριορς, ο
δεύτερος για το Πόρτλαντ και ο τρίτος για τους Λέικερς.
Ο Λιθουανός προσαρμόστηκε πιο εύκολα, αφού το γρήγορο παιχνίδι
του ταίριαζε γάντι στην ομάδα του Γκόλντεν Στέιτ. Από την πρώτη κιόλας χρονιά
είχε μ. ό. 12,1 πόντους, καταλαμβάνοντας ηγετικό ρόλο στην ομάδα. Ο σοβαρότατος
τραυματισμός του το 1993 στο γόνατο τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και από το
1994 κι έπειτα δεν θύμιζε τον εκρηκτικό γκαρντ των αρχών της δεκαετίας του '90.
Αντίθετα με τον Μαρτσουλιόνις, ο Πέτροβιτς βρήκε σιγά σιγά τα
πατήματά του. Στο Πόρτλαντ δεν μπόρεσε να δείξει το σπάνιο ταλέντο του, κάτι
που κατάφερε το 1990 στους Νετς, τους οποίους «αναγέννησε». Οι 7,6 πόντοι μ. ό.
που είχε στους Μπλέιζερς έγιναν 20,6 σε δύο χρόνια στο Νιου Τζέρσεϊ, με τον
«Μότσαρτ» να μαγεύει και τον κόσμο του ΝΒΑ, μέχρι το μοιραίο 1993.
Ρόλο ηγέτη ανέλαβε σχεδόν άμεσα και ο Βλάντε Ντίβατς στους
Λέικερς. Ο Γιουγκοσλάβος ήταν ο πρώτος μη Αμερικανός που επιλέχθηκε στα ντραφτ
από την ομάδα του Λος Αντζελες και το φορτίο ήταν βαρύ. Δίπλα στον Μάτζικ
Τζόνσον, αναδείχθηκε σε έναν από τους πολυτιμότερους σέντερ του ΝΒΑ, έχοντας μ.
ό. 11,8 πόντους στην κανονική περίοδο και 12,1 στα πλέι οφ σε 16 σεζόν.
Το 1993 πήρε την απόφαση και ο Τόνι Κούκοτς, ο οποίος από ένα
ψηλόλιγνο φόργουορντ μετατράπηκε σε ένα μυώδη παίκτη, ικανό να τα βάλει με τα
«θηρία» του ΝΒΑ. Στους Σικάγο Μπουλς βρήκε θέση ανάμεσα στους καλύτερους
παίκτες της εποχής και κατέκτησε τρία πρωταθλήματα. Στις 17 σεζόν στο ΝΒΑ είχε
μ. ό. 11,6 πόντους στην κανονική διάρκεια και 10,7 στα πλέι οφ.
Αυτός που σίγουρα άργησε να πάρει την απόφαση ήταν ο Αρβιντας
Σαμπόνις. Ο πιο πλήρης σέντερ της γενιάς του, αποφάσισε σε ηλικία 31 ετών, το
1995, να... διδάξει νέους τρόπους παιχνιδιού στους Αμερικανούς με τη φανέλα του
Πόρτλαντ, παρ' ότι είχε επιλεγεί στα ντραφτ από το 1986! Επί μία επταετία
κρατήθηκε σε υψηλό επίπεδο με μ. ό. 12 πόντους στην κανονική περίοδο και 12,1
στα πλέι οφ, με τα γόνατά του, όμως, να τον προδίδουν συχνά-πυκνά.
Αξιοι συνεχιστές τους; Πολλοί και άξιοι! Ο Ντιρκ Νοβίτσκι, ο
Πάου Γκασόλ, ο Τόνι Πάρκερ, ο Πρέντραγκ Στογιάκοβιτς, ο Ζιντρούνας Ιλγκάουσκας,
ο Αντρέι Κιριλένκο, και τελευταια ο δικός μας , Γιάννης Αντετοκούμπο ......



















Δεν υπάρχουν σχόλια