Νέοι τιμοκατάλογοι φτάνουν στα σούπερ
μάρκετ λίγες εβδομάδες μετά τις κυβερνητικές εξαγγελίες για μειώσεις τιμών – Η
πίεση επιστρέφει στο ράφι, οι αλυσίδες προειδοποιούν ότι έχουν ήδη απορροφήσει
μεγάλο μέρος του αυξημένου κόστους και το Μαξίμου βλέπει την ακρίβεια να
επιστρέφει ως το πιο επικίνδυνο πολιτικό μέτωπο
Η ακρίβεια επιστρέφει με ορμή εκεί όπου πονά
περισσότερο το νοικοκυριό: στα βασικά τρόφιμα. Από την 1η Οκτωβρίου νέοι
τιμοκατάλογοι άρχισαν να περνούν στην αγορά με περίπου 100 κωδικούς
γαλακτοκομικών ακριβότερους, αυξήσεις 8% έως 15% και σε ορισμένα προϊόντα
έως 19%, ενώ η φέτα βρίσκεται ξανά στην πρώτη γραμμή των ανατιμήσεων.
Πρόκειται μάλιστα για δεύτερη επιβάρυνση μέσα σε λίγους μήνες, μετά το κύμα του
καλοκαιριού, με την έλλειψη αιγοπρόβειου γάλακτος, τις ζωονόσους, την ενέργεια
και τα μεταφορικά να έχουν περάσει πλέον από το κόστος παραγωγής κατευθείαν στο
ράφι.
Για την κυβέρνηση το timing δύσκολα θα μπορούσε να
είναι χειρότερο. Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες το υπουργείο Ανάπτυξης
παρουσίαζε την «εθνική πρωτοβουλία» αποκλιμάκωσης των τιμών, με περισσότερους
από 100 προμηθευτές και 12 αλυσίδες σούπερ μάρκετ να συμμετέχουν σε μειώσεις
που έφταναν έως 20% σε επιλεγμένους κωδικούς. Στη λίστα υπήρχαν μειώσεις έως 11%
στο γάλα, 16% στο γιαούρτι και 15% στα τυριά. Σήμερα, σχεδόν παράλληλα με αυτές
τις εκπτώσεις, η αγορά παραλαμβάνει νέους τιμοκαταλόγους με ανατιμήσεις στις
ίδιες κατηγορίες. Το κυβερνητικό αφήγημα περί αποκλιμάκωσης βρίσκεται έτσι
αντιμέτωπο με μια εξαιρετικά άβολη πραγματικότητα: άλλοι κωδικοί κατεβαίνουν
προσωρινά και άλλοι ανεβαίνουν με διψήφια ποσοστά, ενώ ο καταναλωτής συνεχίζει
να πληρώνει ένα συνολικά πανάκριβο καλάθι.
Η φέτα γίνεται ξανά βαρόμετρο της
ακρίβειας
Το πρόβλημα στα γαλακτοκομικά είναι βαθύτερο από μια
εμπορική αναπροσαρμογή. Η ευλογιά των αιγοπροβάτων έχει πλήξει δραματικά το
ζωικό κεφάλαιο, η προσφορά πρόβειου γάλακτος έχει περιοριστεί και η τιμή της
πρώτης ύλης έχει κινηθεί από περίπου 1,65 ευρώ ακόμη και προς τα 1,90 ευρώ
το κιλό. Η φέτα χρειάζεται περίπου τέσσερα κιλά γάλακτος για την παραγωγή
ενός κιλού προϊόντος, με αποτέλεσμα μόνο η διαφορά στην πρώτη ύλη να προσθέτει
περίπου ένα ευρώ στο κόστος. Εκπρόσωποι του κλάδου εκτιμούν ότι η λιανική τιμή
μπορεί να κινηθεί μέχρι τα 15-16 ευρώ το κιλό, από επίπεδα περίπου 12-13
ευρώ.
Οι επίσημοι νέοι τιμοκατάλογοι για τη φέτα που είχαν
γίνει γνωστοί στα τέλη Σεπτεμβρίου προέβλεπαν αυξήσεις 5%, 7% και 9%,
όμως η συνολικότερη εικόνα στα γαλακτοκομικά αποδεικνύεται βαρύτερη, με άλλους
κωδικούς να φτάνουν πολύ ψηλότερα. Η ζήτηση από το εξωτερικό προσθέτει ακόμη
μεγαλύτερη πίεση: περίπου το 75% της παραγωγής φέτας κατευθύνεται πλέον στις
εξαγωγές, την ώρα που η εγχώρια παραγωγή εκτιμάται ότι μπορεί να υποχωρήσει από
περίπου 140.000 τόνους προς τους 120.000. Το αποτέλεσμα φαίνεται ήδη στη
συμπεριφορά των καταναλωτών, με στροφή σε μικρότερες ποσότητες και φθηνότερες
εναλλακτικές όπως το λευκό τυρί.
Οι αλυσίδες λένε ότι τελείωσε το περιθώριο
απορρόφησης
Η κυβέρνηση έχει στηρίξει μεγάλο μέρος της πολιτικής
της απέναντι στην ακρίβεια στην πίεση προς βιομηχανίες και λιανεμπόριο ώστε να
απορροφήσουν μέρος των αυξήσεων. Το ίδιο το υπουργείο Ανάπτυξης βρισκόταν από
τον Ιούνιο σε διαπραγματεύσεις με τη βιομηχανία τροφίμων και τα σούπερ μάρκετ
για μειώσεις σε προϊόντα ευρείας κατανάλωσης. Όμως οι ισολογισμοί και οι
δηλώσεις στελεχών της αγοράς δείχνουν ότι αυτή η συνταγή πλησιάζει στα όριά
της. Σύμφωνα με παράγοντες των αλυσίδων, μεγάλο μέρος των επιβαρύνσεων από
ενέργεια, μεταφορές και γεωπολιτικές αναταράξεις έχει ήδη απορροφηθεί μέσα στο
2026, με την πίεση να περνά πλέον στην κερδοφορία τους.
Η δυσκολία για το οικονομικό επιτελείο είναι προφανής.
Όσο οι επιχειρήσεις δηλώνουν ότι δεν μπορούν να συγκρατήσουν άλλο τις αυξήσεις,
τόσο μικραίνει ο χώρος για εθελοντικές συμφωνίες και προσωρινές εκπτώσεις. Το
ενεργειακό κόστος, οι εισαγόμενες πρώτες ύλες, τα υλικά συσκευασίας και τα
μεταφορικά λειτουργούν με χρονική καθυστέρηση: πρώτα αυξάνεται το κόστος στην
παραγωγή και στη διανομή και στη συνέχεια περνά στο ράφι. Αυτή ακριβώς τη νέα
φάση προεξοφλούν οι δείκτες της αγοράς.
Το Μαξίμου ξαναβρίσκει μπροστά του το
πρόβλημα που δεν έκλεισε ποτέ
Η πολιτική πίεση για την κυβέρνηση γίνεται βαρύτερη
επειδή η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται πλέον στο τελευταίο έτος της τετραετίας και η
ακρίβεια παραμένει ένα από τα πλέον ανθεκτικά προβλήματα της καθημερινότητας. Ο
καταναλωτής μπορεί να ακούει για μειώσεις σε εκατοντάδες κωδικούς, αλλά η
εμπειρία του στο ταμείο διαμορφώνεται από το συνολικό κόστος του καλαθιού, όχι
από μια επιμέρους λίστα προϊόντων σε προσφορά. Η αγορά ήδη καταγράφει
περιορισμό ποσοτήτων, μετακίνηση σε φθηνότερα προϊόντα και πολύ μεγαλύτερη ευαισθησία
ακόμη και σε μικρές διαφορές τιμών.
Εδώ βρίσκεται και το πολιτικό πρόβλημα για τον Τάκη
Θεοδωρικάκο και συνολικά για το κυβερνητικό επιτελείο. Οι εθελοντικές συμφωνίες
με την αγορά μπορεί να παράγουν εντυπωσιακά ποσοστά μειώσεων σε επιλεγμένες ετικέτες,
όμως δεν ακυρώνουν τις αυξήσεις που γεννά το πραγματικό κόστος παραγωγής.
Στη φέτα, στο πρόβειο γιαούρτι, στα τυριά και σύντομα πιθανότατα σε
περισσότερες κατηγορίες, η πίεση έχει ήδη επιστρέψει.
Το επόμενο επίσημο τεστ έρχεται άμεσα. Η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιεύει
στις 9 Οκτωβρίου τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για τον Σεπτέμβριο. Οι νέοι
τιμοκατάλογοι του Οκτωβρίου, πάντως, δείχνουν ότι ακόμη κι αν ο γενικός
πληθωρισμός εμφανίσει συγκράτηση, το καθημερινό πρόβλημα των τροφίμων δεν έχει
τελειώσει.
Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με λίστες
Το βασικό κυβερνητικό στοίχημα δεν είναι πλέον να
εμφανιστούν μερικές εκατοντάδες κωδικοί με κόκκινη ένδειξη «μείωση». Είναι να
σταματήσει η νέα γενιά αυξήσεων πριν εξανεμίσει και το όφελος αυτών των
μειώσεων. Όταν ένα βασικό προϊόν όπως η φέτα κινδυνεύει να φτάσει τα 15 ή 16
ευρώ το κιλό και γαλακτοκομικά προϊόντα ανεβαίνουν μέσα σε μία νύχτα έως και
19%, το πρόβλημα παύει να είναι επικοινωνιακό.
Το ράφι ξαναγράφει τις τιμές του. Και μαζί τους
ξαναγράφεται ο πολιτικός λογαριασμός της ακρίβειας για την κυβέρνηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου