Του Μανώλη Κοττάκη
Οι λέξεις είναι
σφαίρες και γι’ αυτό θα πρέπει να προσέχει πάρα πολύ κανείς πώς τις
χρησιμοποιεί στον δημόσιο λόγο. Η καλύτερη συνταγή είναι «με φειδώ». Όταν
ωστόσο η πραγματικότητα είναι αδήριτη και αδιαμφισβήτητη, δεν θα πρέπει να
φοβόμαστε τις λέξεις. Ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασαν το Μέγαρο Μαξίμου και η
κυβέρνηση σε δύο γεγονότα των τελευταίων εικοσιτετραώρων δεν συνιστά απλώς
καθεστωτική πρακτική. Αποτελεί δυστυχώς συμπεριφορά καθεστώτος. Αυτή είναι η
δύσκολη λέξη που είμαστε αναγκασμένοι να χρησιμοποιήσουμε σήμερα έπειτα από
πολλή περίσκεψη: Καθεστώς!
Τα γεγονότα είναι
δύο: Η άρνηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ανασύρει από το αρχείο την
υπόθεση των υποκλοπών και η πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης για σύσταση
εξεταστικής επιτροπής, το πρώτο. Η δημόσια διαφοροποίηση πέντε βουλευτών της
Νέας Δημοκρατίας για το επιτελικό κράτος με επιστολή που έστειλαν στην
εφημερίδα «Τα Νέα», το δεύτερο. Και στα δύο το Μέγαρο Μαξίμου αντέδρασε με
συμπεριφορά καθεστώτος. Αξημέρωτα χθες το πρωί άκουσα από εκλεκτούς συναδέλφους
σε ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό την πληροφορία ότι η κυβέρνηση εξετάζει την
πιθανότητα να επικαλεστεί συγκεκριμένο άρθρο του κανονισμού της Βουλής περί
λόγων εθνικής ασφάλειας και να ζητήσει η ψηφοφορία για την εξεταστική επιτροπή
να γίνει με αυξημένη πλειοψηφία. Με 151 ψήφους αντί 120 που προβλέπουν σήμερα
το Σύνταγμα και ο κανονισμός της Βουλής. Μετά το δικαστικό πραξικόπημα εν
προκειμένω πρόκειται και περί κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος. Ως προς το
δικαστικό πραξικόπημα με την αρχειοθέτηση αρκεί η χλιαρότητα στην αντίδραση της
Ένωσης Εισαγγελέων στις κριτικές που άσκησε το σύνολο της αντιπολίτευσης στο
πρόσωπο του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η Ένωση Εισαγγελέων αυτήν τη φορά δεν
χρησιμοποίησε τους υψηλότατους τόνους της προηγούμενης φοράς, καθώς γνωρίζει
ότι η αρχειοθέτηση της υπόθεσης από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στο
πρόσωπο του οποίου συνέτρεχαν ρητοί λόγοι εξαιρέσεων (ήταν επόπτης εισαγγελέας
στην ΕΥΠ), είναι διάτρητη.
Ως προς το
κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Πώς είναι δυνατόν να
επικαλείται κανείς λόγο εθνικής ασφάλειας και να ζητεί αυξημένη πλειοψηφία 151
βουλευτών για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής, όταν η διάταξη του εισαγγελέα
του Αρείου Πάγου που επικαλείται ασμένως η κυβέρνηση υποστηρίζει -με μακρά
μάλιστα επιχειρηματολογία- ότι δεν… παραβιάστηκε η νομοθεσία περί κρατικού
απορρήτου με τις υποκλοπές; Δεν στέκει το επιχείρημα περί εθνικής ασφάλειας. Αν
στέκει το επιχείρημα περί εθνικής ασφάλειας που μελετά να επικαλεστεί η
κυβέρνηση, τότε κακώς θέτει στο αρχείο την υπόθεση ο εισαγγελέας. Μπρος γκρεμός
και πίσω ρέμα. Πέραν αυτού όμως, ακόμη μία φορά η κυβέρνηση δείχνει εμπράκτως
ότι αρνείται τον έλεγχο των πεπραγμένων της στο Κοινοβούλιο και ότι όποιες
διατάξεις έχει ψηφίσει για τη βελτίωση του κανονισμού της Βουλής είναι
προσχηματικές. Ο τότε υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης καμάρωνε το
2019 όταν νομοθετήθηκε στο Σύνταγμα η παροχή δυνατότητας στην αντιπολίτευση να
συστήνει εξεταστικές επιτροπές με 120 ψήφους χωρίς τη συναίνεση της κυβέρνησης
και επιχειρηματολογούσε ότι αυτό είναι ένα μέτρο διαφάνειας. Πού πήγε όμως η
διαφάνεια; Μήπως πήγε περίπατο; Μήπως το καθεστώς που υποκρίνεται την κυβέρνηση
στο Μέγαρο Μαξίμου την πάει περίπατο;
Εκτός από τις
υποκλοπές, υπάρχει και η υπόθεση των πέντε βουλευτών που με επιστολή τους
δημοσίως έθεσαν το ζήτημα του επιτελικού κράτους. Η δημόσια απάντηση της
κυβέρνησης από τους κυρίους Μητσοτάκη και Σκέρτσο είναι ότι το επιτελικό κράτος
έφερε 38 δισ. από το Ταμείο Ανάκαμψης και ότι το συνεργατικό κράτος βοηθάει
τους υπουργούς να μην κάνουν ό,τι τους «κατέβει». Η ιδιωτική απάντηση με
διαρροές εγκαλούσε τους βουλευτές επειδή λίγο πριν από τη συνεδρίαση της
Κοινοβουλευτικής Ομάδας έθεσαν το ζήτημα δημόσια, ενώ θα μπορούσαν να το κάνουν
κεκλεισμένων των θυρών και να μην το μάθει κανείς. Εδώ η επιστήμη σηκώνει τα
χέρια ψηλά. Η απάντηση του γκαφατζή κυρίου Σκέρτσου δείχνει πόσο πολύ
εμπιστεύεται τους υπουργούς και το πολιτικό προσωπικό της Νέας Δημοκρατίας
αυτός ο μέγας μεταρρυθμιστής. Η απάντηση του πρωθυπουργού δείχνει μία
σκηνοθετημένη άγνοια, καθώς η προέκτασή της είναι ένα ερώτημα: Πού πήγαν τα 38
δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης; Ποιοι πέντε τα έφαγαν με χρυσά κουτάλια; Γιατί η
Ευρωπαία εισαγγελέας διεξάγει έρευνα για το Ταμείο Ανάκαμψης: Πόσο επιτελικό
και πόσο δημοκρατικό είναι να επιτείνει τις ανισότητες με το επιτελικό κράτος
μοιράζοντας σε πέντε διαπλεκόμενους ημετέρους δισεκατομμύρια πίσω από τις
κλειστές πόρτες και αξιοποιώντας ελάχιστα για χιλιάδες πολίτες;
Το πόσο άρρωστη
είναι η κατάσταση στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος το δείχνει η διαρροή
που έγινε ότι οι βουλευτές έπρεπε να πουν τις απόψεις τους στα όργανα. Στην
Κοινοβουλευτική Ομάδα. Ερώτηση: είναι αλήθεια ή όχι ότι ο τελευταίος βουλευτής
που τόλμησε να πει τα πράγματα με το όνομά τους μέσα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα
της Ν.Δ. κεκλεισμένων των θυρών, όχι μπροστά στα μικρόφωνα, ο Μάριος Σαλμάς,
τιμωρήθηκε με την ποινή της διαγραφής; Και έπειτα από αυτό ζητάτε από τους
βουλευτές να τα πουν στην Κοινοβουλευτική Ομάδα μυστικά χωρίς να γνωρίζει
κανείς λόγω έλλειψης δημοσιότητας τι ακριβώς έχουν πει για να είναι πιο
ευάλωτοι πολιτικοί στόχοι; Απ’ όσο θυμόμαστε επίσης, η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται
σε ανοιχτό προσυνεδριακό διάλογο. Και στον προσυνεδριακό διάλογο τίθενται όλα
τα μεγάλα θέματα ανοιχτά από όλους. Αυτό επιτάσσει η εσωκομματική δημοκρατία.
Υπάρχει όμως εσωκομματική δημοκρατία στην τάχα φιλελεύθερη και με ανοχή στη
διαφορετική άποψη Νέα Δημοκρατία; Μια ματιά στη θεματολογία των συνεδρίων και
στις τοποθετήσεις που έγιναν είναι πως όχι μόνο δεν υπάρχει εσωκομματική
δημοκρατία, όχι μόνο δεν δόθηκε στους βουλευτές των περιφερειών ο λόγος να
τοποθετηθούν, αλλά τα προσυνέδρια είναι ένα διαρκές δοξαστικό προς τον
πρωθυπουργό και στην προσέγγισή του για τα πράγματα. Είναι τα προσυνέδρια που
ετοιμάζουν το συνέδριο του «δοξάστε με». Το πόσο «δοξάστε με» θα το δείξει η
ίδια η ζωή.
Και κάτι
τελευταίο, στο οποίο θα επανέλθουμε: Γιατί στις μεταβατικές διατάξεις του
επιτελικού κράτους, το οποίο αποτέλεσε τον πρώτο ψηφισμένο νόμο της
διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας το 2019, περιλαμβάνεται και μία η οποία
αντικαθιστά από την επιτροπή ελέγχου Πόθεν Έσχες των πολιτικών που εδρεύει στο
Κοινοβούλιο τον Συνήγορο του Πολίτη με εκπρόσωπο της νεοσύστατης τότε Εθνικής
Αρχής Διαφάνειας; Μήπως ξέρετε να μας πείτε, κύριε πρωθυπουργέ;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου